Γράψατε, Το διήγημα του μήνα

ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΜΗΝΑ: «Μην τον αφήσεις γιαγιά μου» της Τζίλντας Τορναζάκη

Το BookSitting δημοσιεύει κάθε μήνα ένα διήγημα των αναγνωστών του. Αυτό το μήνα επιλέξαμε το διήγημα της Τζίλντας Τορναζάκη «Μην τον αφήσεις γιαγιά μου».

old-typewriter
Στείλτε μας το δικό σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση booksitting@gmail.com 

Τζίλντα Τορναζάκη

Μην τον αφήσεις γιαγιά μου

Μπήκε φουριόζα στο σπίτι η Μαρίνα και βρόντηξε πίσω της την πόρτα. Με την αντάρα που είχε στην ψυχή της, ούτε που τον κατάλαβε τον θόρυβο. Γύριζε από το νοσοκομείο, που ήταν άρρωστη η κόρη της. Πολύ άρρωστη. Ο ανεμοστρόβιλος την άφηνε, ο τυφώνας τη στροβίλιζε στη δίνη του. Απανωτές καταιγίδες τη συντάραζαν και μπονάτσα είχε να δει από τα μικράτα της. Πέταξε την τσάντα της στην πρώτη καρέκλα που βρέθηκε μπροστά της και ρίχτηκε στο κρεβάτι της. Έτσι, όπως ήταν, με τα ρούχα, με τα παπούτσια. Το μόνο καταφύγιο που της έδινε την αίσθηση ότι κάποιος στον κόσμο την καταλαβαίνει. Ότι την ακούει. Χωρίς να τη διακόπτει, χωρίς να λέει τα δικά του. Μόνη της έννοια ν’ αρπάξει το μαξιλάρι της, να χώσει μέσα το κεφάλι της και να σπαράξει.

Τι να πρωτοθυμηθεί; Από πού να πιαστεί για ν’ αντέξει; Τι να της δώσει μια στάλα χαράς για να μπορέσει να συνεχίσει; Ένας αποτυχημένος γάμος μ’ έναν αδιάφορο σύζυγο, που το μόνο που ήξερε ήταν πώς να περνάει καλά ο ίδιος, αφαιρώντας από την καθημερινότητά του την έννοια της. Και όχι μόνο έννοια για κείνην, μα και για τα παιδιά τους. Μόνη της ουσιαστικά τα μεγάλωσε. Αυτή ξαγρύπνησε στην αρρώστια τους, αυτή έσκυψε στα μαθήματά τους, αυτή τα σήκωνε όταν σκόνταφταν κι αυτή τους έδειχνε τον δρόμο. Ο μεγάλος απών όμως περνούσε μια χαρά. Σταθερά αμέτοχος. Δε χαλούσε τις συνήθειες και τους κανόνες του. Την ανέχτηκε τη βρωμοζωή κοντά του για χάρη των παιδιών. Τι ουτοπία κι αυτό! Παρωπίδες είχε; Κι όμως, αυτό τελικά επέλεξε. Πριν λίγους μήνες πέθανε εκείνος μετά από τρία χρόνια με άννοια. Κι εκείνη, κοντά του. Φρόντισε, περιποιήθηκε, έτρεξε. Ο γιος της, ποιος ξέρει αν φταίνε τα γονίδια, εξελίχτηκε σε καλό, ναι, αλλά μοναχικό περιπατητή στη ζωή. Κλεισμένος στο προστατευτικό του κουκούλι, κοίταζε τον κόσμο από το παράθυρο και το μόνο που έκανε ήταν να σχολιάζει τις ζωές των άλλων.

Η κόρη της, η Αννούλα της, παντρεύτηκε από έρωτα. Από έναν τυφλό και καθόλου αμοιβαίο έρωτα. Έμαθε σαν τη μάνα της να δίνει, χωρίς να περιμένει, μα το σαράκι δούλευε κατά πως το ξέρει καλά. Έκανε τα παιδιά της και τα μεγάλωνε ερήμην του άντρα της. Μία ιστορία σε επανάληψη; Περίεργη που είναι κάποιες φορές η ζωή! Είχε ανάγκες σαν άνθρωπος, είχε ανάγκες σαν γυναίκα, σαν σύζυγος. Μα καμία ανταπόκριση. Το παράπονο ανακυκλωνόταν ξανά και ξανά χωρίς καν αναπαημό. Τη μόνη πρόοδο που έκανε, σε σχέση με τη μάνα της, ήταν να ζει και να μη ζει κοντά του. Ούτε διαζύγιο, ούτε μαζί. Κάτι μάλλον ανάμεσα σε διαζύγιο και διάσταση. Να βλέπουν συχνά τα παιδιά τον πατέρα τους, να μην τους λείψει η παρουσία του. Σκεφτόταν πόσο άδικη ήταν η ζωή!. Δουλειά, παιδιά, το διάβασμά τους, η παιδική τους χαρά, το ποδόσφαιρό τους. Όλα. Να τα προλάβει εκείνη, μόνη της, με μόνη συμπαραστάτρια τη μάνα της. Έτρεχαν και οι δυο και δεν προλάβαιναν. Όταν του ζητούσαν να πάρει Σαββατοκύριακο τα παιδιά, έφερνε τις περισσότερες φορές δικαιολογίες ότι τάχα μου δεν μπορούσε. Ξέσπασε ο μικρός την τελευταία φορά «Μα κάθε Παρασκευή είναι το αυτοκίνητο στο συνεργείο;» Μικρά τα δυο αγόρια κι άτακτα. Πολύ ζωηρά. Διεκδικούσε ο καθένας τους την αποκλειστικότητα και τα κονταροχτυπήματα μεταξύ τους ήταν καθημερινή τους  αναγκαιότητα. Και πώς να μην είναι αλλιώτικα από τα άλλα παιδιά, αφού και η ζωή τους διαφορετική ήταν; Μπορεί την κατάσταση να μην την αξιολογούσαν ακριβώς, αλλά η διαίσθησή τους καταλάβαινε πολύ καλά τις ελλείψεις που είχαν. Σε επίπεδο οικογενειακής θαλπωρής, πατρικής απουσίας, νευρικής τελικά μάνας και με μια γιαγιά να προσπαθεί συνεχώς να βουλώνει, χωρίς επιτυχία βέβαια, τις μαύρες τρύπες της ψυχής τους. Μια το καλό μεταχειριζόταν, μια την αγριάδα. Ενάλλασσε την τιμωρία με την επιβράβευση. Δεν έλειπε το χάδι, μα ούτε και το άγριο βλέμμα. Προσπαθούσε να κρατά τις ισορροπίες, ήταν όμως αδύνατο.

Από ψυχολόγους σε λογοθεραπευτές και από αθλητικά παιχνίδια σε ομαδικές συγκεντρώσεις. Ο τελευταίος ψυχίατρος δήλωσε καθαρά την ανεπάρκειά του. «Δεν έχω δει πιο υπερκινητικά παιδιά. Δεν μπορώ να δουλέψω μαζί τους». Μήπως δεν ήταν αυτή η δουλειά του; Παιδιά χωρίς προβλήματα θα του πήγαιναν; Σαν να τα είχαν πάει τ’ αγόρια στον οδοντογιατρό και να μην μπορούσε να τα κουλαντρίσει… Και ο καρκίνος έτριβε τα χέρια του. Είχε βρει πρόσφορο έδαφος στο λεπτό κορμάκι της Άννας να δράσει. Και αλώνισε. Και θριάμβευσε. Άρχισε ήπια με μια μαστεκτομή. Δεν αρκέστηκε όμως. Προχώρησε στον πνεύμονα και λίγο αργότερα χτύπησε στον εγκέφαλο. Κάθισε να ξαποστάσει κάμποσο, να χαρεί τα επιτεύγματά του. Τα τέσσερα αυτά τελευταία χρόνια τα παιδιά έβλεπαν τη μαμά τους να μπαινοβγαίνει στο νοσοκομείο, να είναι ανήμπορη. Άλλοτε φορούσε μαντίλι στο κεφάλι, άλλοτε περούκα. Εκείνης, που το κεφαλάκι της είχε μια πυκνή και ατίθαση αφάνα για μαλλιά και που πάντα μεταχειριζόταν κάποια κορδέλα για να τα συμμαζεύει. Την έβλεπαν νευρική, ανήσυχη. Και σιωπούσαν. Δε σημαίνει όμως ότι δεν τους ενημέρωνε η διαίσθησή τους. Και ξαναχτύπησε ο καρκίνος. Στον μυελό. Και άφησε την Αννούλα παράλυτη από τη μέση και κάτω. Από αυτή ακριβώς τη χρονική στιγμή  γύρισε και η Μαρίνα από το νοσοκομείο… Ένα κουβαράκι την είχε αφήσει. Με ορούς, φάρμακα κι ένα βλέμμα απόμακρο, απλανές. Πώς να την ξεχάσει τέτοια εικόνα; Μούσκεψε και πάλι το μαξιλάρι της η Μαρίνα. Του είπε όλους της τους καημούς, τους φόβους, όλα της τα προβλήματα. Από παντού, περικυκλωμένη από άγρια θηρία και δεν ήξερε πώς να αμυνθεί. Και το χειρότερο, δεν έβρισκε κάποια λύση για να μπορέσει να βοηθήσει τα παιδάκια, τα εγγόνια της. Ο πατέρας τους πήγαινε κάθε δυο τρεις μέρες στο νοσοκομείο, έβλεπε την Αννούλα για δέκα λεπτά και μετά, προφασιζόμενος δουλειές, την έκανε κανονικά. Τον είχε παρακαλέσει η γιαγιά Μαρίνα να παίρνει πού και πού τα παιδιά του, να είναι κι εκείνη πιο ελεύθερη να φροντίζει την κόρη της, μα αν είχε μιλήσει σε τοίχο, πιο πολύ θα την είχε ακούσει. Δυο μέρες πριν μάλιστα, φεύγοντας από το σπίτι, της φώναξε, «Και μη νομίζεις ότι εγώ θα τα αναλάβω αργότερα. Γελάστηκες, πεθερούλα μου. Αν τα πάρω εγώ… φύγανε… βουρ για το ορφανοτροφείο». Κι έκλεισε με βρόντο πίσω του την πόρτα, αδιαφορώντας αν τον άκουσαν τα παιδιά του.

Αυτό το τελευταίο, πώς να το αντέξει; Με τον Θεό δεν μπορούσε να τα βάλει. Ούτε και με την αρρώστια. Ο πόνος βαρύς και το τέλος της κόρης της κοντά. Αυτό το περίμενε. Δεν μπορούσε παρά να το αντέξει. Για τα παιδιά. Για να τους δώσει δύναμη, για να τα στηρίξει, για να τους αναπληρώσει όσα έχαναν. Ό,τι έκανε εξάλλου τόσα χρόνια, αλλά πώς να τα βάλει με τον έρημο το χρόνο; Στα εβδομήντα τέσσερα τι αντοχές μπορεί να έχει κανείς, για να αναθρέψει μόνος και ολοκληρωτικά, δυο θηριάκια οκτώ και δέκα χρόνων; Όταν μάλιστα και ο ειδικός σηκώνει τα χέρια ψηλά; «Θεέ μου, μπορεί να νομίζεις ότι θα σε παρακαλέσω να με πάρεις. Αυτό θα επιθυμούσα με όλη μου την καρδιά, αν δεν είχα τα παιδιά. Μακάρι να μπορούσα να το ζητήσω. Για το αντίθετο σε ικετεύω. Δώσε μου, Θεέ μου, λίγο χρόνο ακόμα. Για τούτα τα παιδιά. Δεν μπορώ να παζαρέψω με χρόνια από τη ζωή μου, αφού το ξέρω, πως δεν έχω και πολλά περιθώρια. Μπορώ όμως να τ’ ανταλλάξω και με τον πιο βασανιστικό θάνατο. Δώσε μου λίγο χρόνο. Δε με νοιάζει για μένα. Χαμένη για χαμένη εγώ. Μην αφήσεις να χαθούν τα εγγόνια μου». Είπε κι άλλα κι άλλα. Μοιρολόγησε τη ζωή της, τα ‘βαλε με τον χρόνο τον αμετάκλητο, τον αδυσώπητο, τον ανελέητο. Έσφιξε ακόμα πιο πολύ στο πρόσωπό της το μαξιλάρι κι ο λυγμός της έκοψε την αναπνοή, όταν είδε με τη θύμησή της, τον μικρό της εγγονό να την κοιτάζει στα μάτια με τα ματάκια του, θολά από το δάκρυ που ετοιμαζόταν να κυλήσει και να την παρακαλάει «Μην τον αφήσεις γιαγιά μου»…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s