Στο σαλόνι του BookSitting, Συνεντεύξεις

Στο σαλόνι του BookSitting: Η συγγραφέας Δήμητρα Διδαγγέλου

Το BookSitting μίλησε με τη Δήμητρα Διδαγγέλου, με αφορμή το βιβλίο της «Η Σύβι και ο Ντάντυ», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Ένα δυνατό και πρωτότυπο βιβλίο που βασίζεται σε αληθινές αφηγήσεις έγκλειστων σε ψυχιατρικά ιδρύματα. 

Συνέντευξη στην Αλεξία Καλογεροπούλου 
(alexia.kalogeropoulou@gmail.com)

  • dimitra didaggelouΠώς προέκυψε το βιβλίο «Η Σύβι και ο Ντάντυ» και η ιδέα να συνδέσετε τη Σύλβια Πλαθ με τις ιστορίες ψυχικά ασθενών και τη ζωή της αφηγήτριας που απομαγνητοφωνεί τις συνεντεύξεις; 

Η μαγιά της νουβέλας μου προέρχεται από ένα παλαιότερο ντοκιμαντέρ μου, με τίτλο «Αποϊδρυματοποίηση: ο δρόμος της επιστροφής». Εκεί το βασικό υλικό μου ήταν οι μαρτυρίες ψυχικά ασθενών, οι οποίοι ζούσαν για χρόνια στα ψυχιατρεία κι έπειτα σε ειδικούς ξενώνες με το πρόγραμμα της αποϊδρυματοποίησης, το λεγόμενο «Ψυχαργώς».

Η Σύλβια Πλαθ για ένα διάστημα της ζωής της εργαζόταν ως γραμματέας στο ψυχιατρικό τμήμα του Νοσοκομείου της Μασαχουσέτης, προκειμένου να εμπνευστεί για τα γραπτά της. Αποτέλεσμα αυτής της περιόδου ήταν το διήγημά της «Ο Κυρ-Πανικός και η Βίβλος των Ονείρων».

Παραλλήλισα τη ζωή της Σύλβιας Πλαθ μ’ εκείνη της αφηγήτριας κι ένωσα αυτές τις φωνές με τις μαρτυρίες των ασθενών. Ουσιαστικά σ’ όλο το βιβλίο παρακολουθούμε αποσπάσματα των ιστοριών όλων αυτών των προσώπων, τα οποία έχουν πολλά κοινά σημεία: τη μετεώριση ανάμεσα στο λογικό και το ά-λογο, την πραγματικότητα και τη φαντασία, τη μοναξιά, την απώλεια, την αναζήτηση της ελπίδας και της λύτρωσης.

  • Σε κάποιο σημείο του βιβλίου σας αναφέρετε ότι οι ψυχικά ασθενείς «δεν διαφέρουν και τόσο από εμάς, απλώς δεν άντεξαν άλλο να προσποιούνται ότι είναι καλά. Πέταξαν τη μάσκα».  Συμφωνείτε με αυτό; 

Πιστεύω ότι ο δυτικός πολιτισμός, όπως έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια, ευνοεί πολύ το «φαίνεσθαι» και όχι το «είναι». Το φαίνεσθαι είναι η μάσκα που οι περισσότεροι από εμάς έχουμε φορέσει κάποιες φορές, είτε ηθελημένα είτε αθέλητα. Με την πολλαπλή κρίση που έχουμε υποστεί τα τελευταία χρόνια, έχω παρατηρήσει μια θετική αλλαγή: πλέον λέμε πολύ πιο εύκολα ότι «δεν είμαι καλά», σαν κάπως να μην πειράζει πια. Ενώ, πριν, έχω την αίσθηση ότι υπήρχε ένας καταναγκασμός να είμαστε καλά.

Οι ψυχικά ασθενείς έχουν πετάξει τη μάσκα με τα ψεύτικα συναισθήματα και τις φορεμένες σκέψεις, έχουν απελευθερωθεί από τα «πρέπει» και τις περισσότερες φορές λειτουργούν μόνο με το «θέλω», όπως και τα μικρά παιδιά. Έχουν την αθωότητα των μικρών παιδιών, γιατί δεν προσποιούνται. Το συγκεκριμένο απόσπασμα προέρχεται από μια συζήτηση της Σύλβιας Πλαθ μ’ ένα φίλο της και αναφέρεται μόνο σ’ ένα μέρος αυτού που ονομάζουμε «ψυχική ασθένεια» χάριν λογοτεχνικότητας. Σαν ψυχολόγος, μπορώ να πω ότι η ψυχική ασθένεια έχει κι άλλες διαστάσεις -του περιβάλλοντος, της κληρονομικότητας, των γονιδίων, των εμπειριών ζωής, της κατάλληλης φροντίδας.

«Με την πολλαπλή κρίση που έχουμε υποστεί τα τελευταία χρόνια, έχω παρατηρήσει μια θετική αλλαγή: πλέον λέμε πολύ πιο εύκολα ότι ‘δεν είμαι καλά’, σαν κάπως να μην πειράζει πια. Ενώ πριν, έχω την αίσθηση ότι υπήρχε ένας καταναγκασμός να είμαστε καλά.»

  • Σε κάποιο άλλο σημείο γράφετε ότι «αυτοί που αποκαλούμε ‘τρελοί’ είναι πραγματικά ελεύθεροι. Και εμείς φοβόμαστε την ελευθερία τους και γι’ αυτό τους κλείνουμε κάπου». Το πιστεύετε αυτό; 

Όπως ανέφερα πριν, πιστεύω ότι οι ψυχικά ασθενείς έχουν πετάξει τη μάσκα, τα έχουν παίξει όλα για όλα, έχουν πάρει το ρίσκο τους και γι’ αυτό δεν έχουν να χάσουν κάτι. Από αυτή την άποψη είναι ελεύθεροι από τις κοινωνικές συμβάσεις και νόρμες, κάτι το οποίο δεν ισχύει για όποιον ζει μέσα σε μια οργανωμένη κοινωνία.  Ιστορικά, ο εγκλεισμός αυτών των ανθρώπων ξεκίνησε από το φόβο διατάραξης του κοινωνικού ιστού, της ομαλότητας και της κανονικότητας. Μια ασθενής αναφέρει χαρακτηριστικά, ότι υπήρχαν κι άλλες περιπτώσεις σαν κι εκείνη, δηλαδή, κοριτσάκια που τρόμαξαν από τον πόλεμο με τους Ιταλούς το ’40, τα έκλεισαν στο ψυχιατρείο και παρέμειναν εκεί για την υπόλοιπη ζωή τους. Δεν υπήρχε κάποιος άλλος τρόπος φροντίδας τότε και σκεφτείτε πόσο τραγικό είναι αυτό. Σήμερα θα είχαν κάποια περίθαλψη από ειδικούς και είναι πολύ πιθανό να προχωρούσαν στη ζωή τους, όπως γίνεται με πολλά παιδιά θύματα πολέμου ή άλλων ειδών τραυματικών εμπειριών.

Το θέμα όμως είναι ότι ακόμη και σήμερα που έχουμε προχωρήσει τόσο πολύ σε επιστημονικό, πολιτικό, κοινωνικό και μορφωτικό επίπεδο, δεν έχουμε απαλλαγεί από το φόβο του να κυκλοφορεί ελεύθερα ανάμεσά μας το διαφορετικό. Είτε αυτό λέγεται μετανάστης είτε ομοφυλόφιλος είτε αλλόθρησκος. Απειλεί την αίσθηση ελέγχου, τα όριά μας.

  • Τι φοβόμαστε περισσότερο την ελευθερία, την αλήθεια ή την ευθύνη; Και οι τρεις αυτές λέξεις αναφέρονται στο βιβλίο σας. 

Και οι τρεις αυτές έννοιες αναφέρονται τόσο στην εξωτερική μας διάσταση, όσο και στην εσωτερική. Μπορεί κάποιος να βιώνει την ελευθερία εξωτερικά, όμως εσωτερικά να μην είναι ελεύθερος, όπως και το αντίστροφο. Το ίδιο συμβαίνει και με την αλήθεια και την ευθύνη.

Προσωπικά δεν έχω βιώσει την απόλυτη ελευθερία, αλήθεια ή ευθύνη. Τις έχω βιώσει και τις βιώνω καθημερινά στη ζωή μου μόνο αποσπασματικά, άλλες φορές περισσότερο και άλλες λιγότερο. Μάλλον θα ήταν τρομακτικό να νιώσω το ολοκληρωτικό βάρος έστω και μίας από αυτές. Βρίσκω πιο ενδιαφέρουσα την αναζήτησή τους…

  • Γιατί «τρελαίνεται» κάποιος; Γιατί χάνει την επαφή με τη λογική; 

Το θέμα της λεγόμενης «τρέλας» είναι ένα τεράστιο ζήτημα, με πολλές θεωρίες να συγκρούονται πάνω σ’ αυτό. Οι επιστήμονες απ’ όλους τους κλάδους δεν έχουν καταλήξει σε κάποιο κοινό συμπέρασμα. Άλλη είναι η ερμηνεία που δίνει η κλασσική ψυχανάλυση, άλλη η νευροβιολογία και άλλη η ιατρική. Και ανέφερα μόνο τρεις προσεγγίσεις από τις δεκάδες που υπάρχουν. Αυτό είναι λογικό να συμβαίνει, καθώς η «τρέλα» δεν είναι κάτι μετρήσιμο. Λέμε μερικές φορές χαριτολογώντας «αυτός είναι τρελούτσικος» ή «τρελάρας». Στην πραγματικότητα, όμως, δεν μπορούμε να έχουμε κάτι χειροπιαστό, όπως στις άλλες επιστήμες. Απ’ την άλλη, ούτε η λογική είναι κάτι αντικειμενικό. Δεν υπάρχουν συγκεκριμένα όρια. Η διαχωριστική γραμμή πολλές φορές είναι εξαιρετικά λεπτή. Αν ρωτήσουμε δέκα άτομα τι θεωρούν λογικό, θα πάρουμε δέκα διαφορετικές απαντήσεις. Εκεί που καταλήγω προσωπικά είναι ότι το ζήτημα δεν είναι «γιατί τρελαίνεται κάποιος», αλλά για ποιο λόγο μ’ απασχολεί το ότι κάποιος δεν έχει τον ίδιο τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς μ’ εμένα.

  • Διαβάζουμε στο βιβλίο σας: «Όταν τρελαθείς, πεθαίνεις. Από τότε που θα ‘χεις τρελαθεί, χάνεσαι, δεν αποβιώνεις».  Ισχύει αυτό κατά τη γνώμη σας;  

Αυτά τα λόγια είναι αυτούσια από τα λόγια ενός ασθενούς, ο οποίος έζησε για σαράντα χρόνια στο Δαφνί. Πιστεύω ότι αυτή η πληροφορία είναι πολύ σημαντική στην ερμηνεία αυτής της φράσης. Εκείνο που, κατά τη γνώμη μου, στην ψυχική ασθένεια «σκοτώνει» είναι ο εγκλεισμός ή η απομόνωση. Ο ψυχικός θάνατος είναι που έρχεται πρώτος σ’ αυτές τις περιπτώσεις.

  • «Τίποτα δεν πειράζει κι όλα είναι ανυπόφορα», αναφέρετε κάπου. Τι κάνει τη ζωή ανυπόφορη, κατά τη γνώμη σας, και τι υποφερτή; 

Πιστεύω ότι έχουμε «ριχτεί» στη ζωή χωρίς εμείς να έχουμε επιλέξει τις πιο σημαντικές παραμέτρους της. Αυτό από μόνο του μπορεί να μας δημιουργήσει ένα αίσθημα απελπισίας. Προσωπικά νομίζω ότι το να βρούμε ένα νόημα στη ζωή μπορεί να μας κάνει ν’ αντέξουμε όσα δεν μας αρέσουν. Το νόημα μπορεί να βρίσκεται σε κάτι διαφορετικό για τον καθένα, στη δημιουργία οικογένειας, στη θρησκεία, στην καριέρα, στην τέχνη, στην επαφή με τη φύση. Επίσης, στα δύσκολα μπορούν να μας βοηθήσουν οι σταθερές αξίες και οι πεποιθήσεις μας. Όλα αυτά είναι τα δάχτυλα του χεριού που βοηθούν κάποιον κάθε φορά να σηκωθεί. Στο βιβλίο, η Σύλβια Πλαθ και η αφηγήτρια, αναφέρουν σε διαφορετικά σημεία τη φράση «επτά φορές να πέφτεις και να σηκώνεσαι οκτώ» και είναι ένα μήνυμα το οποίο διατρέχει όλο το βιβλίο.

«Προσωπικά νομίζω ότι το να βρούμε ένα νόημα στη ζωή μπορεί να μας κάνει ν’ αντέξουμε όσα δεν μας αρέσουν. Το νόημα μπορεί να βρίσκεται σε κάτι διαφορετικό για τον καθένα, στη δημιουργία οικογένειας, στη θρησκεία, στην καριέρα, στην τέχνη, στην επαφή με τη φύση.»

  • Έχει αλλάξει πιστεύετε η αντίληψη και η αντιμετώπιση του κόσμου, συμπεριλαμβανομένου του ιατρικού, απέναντι στην ψυχική ασθένεια; Ή πρόκειται απλώς για ένα παιχνίδι των λέξεων, μια αλλαγή στον τρόπο που κατονομάζουμε τα πράγματα; 

Όπως ανέφερα και πριν, η έννοια της «τρέλας» είναι δύσκολο να οριστεί. Τα επιστημονικά δεδομένα αλλάζουν μέρα με τη μέρα. Σαν ψυχολόγος και σαν άνθρωπος, δεν πιστεύω σε καμία ταμπέλα. Συμφωνώ ότι πρόκειται για ένα παιχνίδι των λέξεων. Κάπως πρέπει να ονομάσουμε αυτή την κατάσταση για να μπορούμε να συνεννοηθούμε μεταξύ μας. Επειδή, όμως, με τον καιρό πήρε διαστάσεις που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική διανοητική και ψυχική κατάσταση αυτών των ανθρώπων που αποκαλούμε «τρελοί», πιστεύω ότι σιγά σιγά θα έπρεπε να εκλείψει από το λεξιλόγιό μας, όπως και πολλές άλλες, που από την ορισμό τους προοικονομούν μια προβληματική συμπεριφορά και οδηγούν στην περιθωριοποίηση.

Προσωπικά δεν πιστεύω στις λέξεις «τρέλα» ή «προβληματικός» ή σε οποιαδήποτε ταμπέλα, αλλά στο ότι συγκεκριμένες συμπεριφορές εκδηλώνονται σε συγκεκριμένες περιόδους και συνθήκες. Επίσης, δεν είναι λίγες οι φορές που ο όρος «τρέλα» χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάτι απλά διαφορετικό από εμάς, το οποίο δεν μπορούμε να κατονομάσουμε αλλιώς.

Όλο αυτό το παιχνίδι με τις λέξεις και τους ορισμούς, εκτός από αποπροσανατολιστικό, έχει αρχίσει να γίνεται κι επικίνδυνο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το γεγονός ότι στην πέμπτη έκδοση του DSM (του διαγνωστικού και στατιστικού εγχειρίδιου για τις ψυχικές διαταραχές) είχε προταθεί ως ψυχική ασθένεια η ντροπαλότητα και η εκκεντρική συμπεριφορά.

  • Υπάρχει τρόπος να προλάβουμε την απώλεια της λογικής; Και ποιος είναι αυτός; 

Παρ’ όλο που τα θέματα που διαπερνούν το βιβλίο μου είναι αρκετά βαριά, στο τέλος έρχεται το αισιόδοξο μήνυμα. Αυτό της προσωπικής λύτρωσης του καθενός, που έρχεται με διαφορετικό τρόπο για τον κάθε ήρωα. Δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές. Όσοι διαφορετικοί άνθρωποι υπάρχουν, άλλοι τόσοι διαφορετικοί τρόποι υπάρχουν για να κρατήσει κανείς την ισορροπία μέσα του. Ο καθένας είναι υπεύθυνος για τη δική του λύτρωση. Αυτό μπορεί αρχικά ν’ ακούγεται απογοητευτικό, όμως είναι αληθινό.

«Δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές. Όσοι διαφορετικοί άνθρωποι υπάρχουν, άλλοι τόσοι διαφορετικοί τρόποι υπάρχουν για να κρατήσει κανείς την ισορροπία μέσα του. Ο καθένας είναι υπεύθυνος για τη δική του λύτρωση.»

  • Ποια είναι τα μελλοντικά συγγραφικά σας σχέδια; 

Έχω συγκεντρώσει κάποια παλαιότερα διηγήματά μου με κοινό κεντρικό άξονα και θέλω να τα συμπληρώσω με νεότερα για να τα ενώσω σε μια συλλογή.


Λίγα λόγια για τη συγγραφέα

Δήμητρα-Διδαγγέλου_ΙΗ Δήμητρα Διδαγγέλου είναι ψυχολόγος κι επιστημονικός δημοσιογράφος, με βασικές σπουδές στην Ψυχολογία και μετεκπαίδευση στην Ψυχολογία και ΜΜΕ. Μέσα από τη δουλειά της σε ντοκιμαντέρ, τηλεοπτικές εκπομπές και την αρθρογραφία στοχεύει στην ευαισθητοποίηση του κοινού σε θέματα ψυχικής υγείας.

Είναι δημιουργός του ηλεκτρονικού περιοδικού ψυχολογίας «Ψυχο-γραφήματα» και ιδιοκτήτρια της επιχείρησης υπηρεσιών ψυχικής υγείας «Ψ-Χ». Παράλληλα, διεξάγει εργαστήρια εκφραστικής γραφής και βιβλιοθεραπείας.

dimitra didaggelou 2

Το διήγημά της «Αν ο Φόιντ είχε μουστάκι» διακρίθηκε στα δέκα πρώτα διηγήματα του διαγωνισμού «Hotel Οιδίπους» των εκδόσεων Πατάκη. Το διήγημά της «Η χρονιά του ‘88» διακρίθηκε στον 4ο διεθνή διαγωνισμό διηγήματος που διοργανώθηκε από το Eyelands και τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες και περιλαμβάνεται στο έργο «Η συλλογή του χρόνου».

Το 2014 εκδόθηκε από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης το βιβλίο της «Η Σύβι και ο Ντάντυ». 

Advertisements

1 thought on “Στο σαλόνι του BookSitting: Η συγγραφέας Δήμητρα Διδαγγέλου”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s