«Σατιρικός» ή «Σατυρικός»; Πότε χρησιμοποιούνται;

Το BookSitting, επιθυμώντας να συμβάλει στην ορθότερη χρήση της ελληνικής γλώσσας, αναδημοσιεύει κάθε εβδομάδα από την ιστοσελίδα Λεξογραφήματα συνήθη γλωσσικά λάθη. 

dictionary

«Σατιρικός» ή «Σατυρικός»; Πότε χρησιμοποιούνται;

Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Γ. Μπαμπινιώτη):

σατιρικός, -ή, -ό: 1. αυτός που σχετίζεται με τη σάτιρα: ~ποίημα / συγγραφέας / χαρακτήρας || (κ. ως ουσ.) rival ένας σπουδαίος ~ (ενν. συγγραφέας ή ηθοποιός) 2. σκωπτικός: ~ διάθεση. ΕΤΥΜ. Μεταφορά τού γαλλ. satirique.

σατυρικός, -ή. -ό |αρχ.|: 1. αυτός που σχετίζεται με Σατύρους (βλ. λ. Σάτυρος) 2. ΦΙΛΟΛ. σατυρικό δράμα είδος του αρχαιοελληνικού δράματος (μαζί με την τραγωδία και την κωμωδία), στο οποίο τον χορό αποτελούσαν ηθοποιοί μεταμφιεσμένοι σε Σατύρους και το οποίο είχε σκωπτικό περιεχόμενο. ΣΧΟΛΙΟ λ. ομόηχα, σατιρικός, κωμωδία.

σατιρικός – σατυρικός: Το σατιρικός (< σάτιρα) σημαίνει «σκωπτικός, ειρωνικός, κοροϊδευτικός, επικριτικός»· το σατυρικός (< Σάτυρος) σήμαινε «τον αναφερόμενο στους Σατύρους (τραγοπόδαρους κερασφόρους δαίμονες, ακολούθους τού Διονύσου, επιρρεπείς σε ερωτικές πράξεις)». Το σάτιρα, από το λατ. satira (από όπου το σατιρικός), είναι άλλος τύπος τού λατ. satura «είδος ποιήματος με σκωπτικό, χλευαστικό χαρακτήρα» < λατ. satur «κορεσμένος, παραγεμισμένος, πλήρης>· (παρόμοια σημασιολ. εξέλιξη παρατηρείται στη λ. φάρσα < λατ. farcio «πληρώ, γεμίζω»), ενώ το Σάτυρος είναι πιθ. προελληνική λ.

Διαβάστε περισσότερες ερμηνείες και απόψεις για το θέμα στα Λεξογραφήματα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s