ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ | «Ανάμεσά μου» του Δημήτρη Ραχούτη

Tο BookSitting διάβασε και παρουσιάζει την ποιητική συλλογή του Δημήτρη Ραχούτη, «Ανάμεσά μου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρης.  

Από την Αλεξία Καλογεροπούλου*
alexia.kalogeropoulou@gmail.com


Info: Ανάμεσά μου, Δημήτρης Ραχούτης, εκδόσεις Ι. Σιδέρης, 2018.


Η ποιητική συλλογή «Ανάμεσά μου», που κυκλοφόρησε το 2018 από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρης, είναι το δεύτερο βιβλίο του Lupus Graecus, ψευδώνυμο, ασφαλώς, του Δημήτρη Ραχούτη, μετά τον «Μετάνθρωπο» που κυκλοφόρησε από τις ίδιες εκδόσεις το 2015.

ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΟΥ.jpegΟ Δημήτρης Ραχούτης δεν είναι μια συνηθισμένη περίπτωση δημιουργού. Εκτός από ποιητής είναι και Πρωταθλητής Καράτε με πολλές πανελλαδικές και πανευρωπαϊκές διακρίσεις, κάτι που εκ πρώτης ξενίζει όποιον δεν γνωρίζει τη βαθύτερη σχέση ανάμεσα στις πολεμικές τέχνες και την ποίηση. Είναι γνωστό ότι ήδη από την εποχή των Νοτίων Δυναστειών (420 – 589) έχουν καταγραφεί στην Κίνα αρκετά ποιήματα  που περιγράφουν στρατιωτικές τεχνικές της εποχής.

Η συλλογή «Ανάμεσά μου» προέκυψε, όπως αναφέρει ο ίδιος στον πρόλογο του βιβλίου του, «από την εκ φύσεως ανάγκη για παρατήρηση και αναζήτηση», στοιχεία απαραίτητα για να γράψει κανείς ποίηση.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο, ο Δημήτρης Ραχούτης επιδιώκει να συνδεθεί με το συναίσθημα, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στα παιδικά βιώματα που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη σχέση με τον εαυτό μας αλλά και με τους άλλους.

Βασικό θέμα στο οποίο φαίνεται ότι επανέρχεται συχνά είναι ο φόβος. Στο ποίημα «Του φόβου γέννημα» διακρίνει κανείς τον φόβο του ποιητικού υποκειμένου μήπως κάποιος ξεπεράσει τα όρια που το ίδιο θέτει, αποκαλύπτοντας ποιο είναι και πώς αισθάνεται στην πραγματικότητα.

«Θυμάμαι
από παιδί στην παραλία έφτιαχνα όρια με τις πέτρες
μου ‘μαθαν να υψώνω τείχη
να με ρωτούν αν άλλος θέλω το ίδιο χώμα μ’ εμένα να πατήσει
να φαντάζομαι πως κανένα βλέμμα δεν με πετυχαίνει
πως κανένας νους δεν ξέρει τι κάνω πίσω από τις πέτρες μου
μου ‘μαθαν ασφάλεια να νιώθω μέσα στα συντρίμμια μου
ασφάλεια ο φόβος να γεννά που δεν κινούμαι.» («Του φόβου γέννημα», σ. 17).

Ο φόβος δεν φαίνεται να καταλαγιάζει ούτε στην ενήλικη ζωή.

«Τα χρόνια πέρασαν
φόβος παχύς κατέστη ο φόβος
φόβος ψηλός
μέχρι εκεί που θέλουν τα μάτια μου να βλέπουν […]
» («Του φόβου γέννημα», σ. 17).

Ο μόνος τρόπος που βρίσκει ο ποιητής για να εξορκίσει τον φόβο του φαίνεται να είναι μια ιδιότυπη ομοιόσταση.

«[…] γι’ αυτό και παραμένω αιώνες έτσι ίδιος
γι’ αυτό θα παραμείνω έτσι ίδιος
μέχρι η ανάγκη αυτή να διαλύσει τα πάντα
μέχρι η ανάγκη αυτή να διαλύσει και εμένανε τον ίδιο.» («Του φόβου γέννημα», σ. 17).

Από την ποίηση του Δημήτρη Ραχούτη δεν λείπει ο προβληματισμός για πανανθρώπινα  υπαρξιακά ζητήματα με κυρίαρχα τον φόβο για το αναπόφευκτο επερχόμενο τέλος και την αναζήτηση της αλήθειας που κρύβεται πίσω από τις ψευδαισθήσεις της ζωής.

«Ο αφέντης ίσως νικηθεί μονάχα από τούτη την αλήθεια
γι’ αυτό και γι’ αυτήν δεν μίλησε κανείς
γι’ αυτό και την κρύβουν κάτω απ’ τα σκεπάσματα.
Άλλες φορές η αλήθεια να σε κρατά να μην δεθείς με την μαγεία
και άλλες πάλι να σε πλάθει για ν’ αντέχεις την ασχήμια της.» («Ψευδαίσθηση», σ. 18)

Και καταλήγει ότι η μόνη αλήθεια δεν είναι άλλη από τον θάνατο, ως μόνη βεβαιότητα που ακολουθεί τη ζωή μας από τα σπάργανα ακόμα, από τη γέννησή μας.

«Καμία ελπίδα
μία αλήθεια
ο θάνατος
άλλη απ’ αυτή δεν έχει.» («Ψευδαίσθηση», σ. 18)

Αναζητά την ευτυχία και δυσκολεύεται να την διακρίνει ανάμεσα στη μοναξιά, την αρρώστια, τα γηρατειά και τον θάνατο.

«Μοναξιά
αρρώστια
γηρατειά
και στο τέλος θάνατος.
Κι η ευτυχία;
Τι τελικά είν’ η ευτυχία;
Τι τελικά σημαίνει η ευτυχία;» («Ψευδαίσθηση», σ. 18)

Την απάντηση στο ερώτημα «Τι τελικά σημαίνει η ευτυχία» επιδιώκει να δώσει ο ίδιος στο ίδιο ποίημα.

«[…] ίσως να είναι αυτές οι λίγες σπίθες
τα λίγα αυτά κι αναπάντεχα ξεσπάσματα
τα λίγα αυτά παιχνιδιάρικα στον χρόνο νανουρίσματα.
Το μόνο σίγουρο
είναι πως είναι λίγα
όπως κι αυτή η παράξενη για μένα διορία.
Ποιες προσευχές λοιπόν;
Ποιες ελπίδες;
Ποιες χαρές;
Μόνο ο ήλιος κι η θάλασσα
μόνο τα μαγικά αυτά τα του σύμπαντος δημιουργήματα […]» («Ψευδαίσθηση», σ. 18)

Μετά από την καταβύθιση στον συναισθηματικό του κόσμο, στο δεύτερο μέρος της συλλογής, ο ποιητής στρέφεται στους γύρω του με την πρόθεση όμως να μην επηρεαστεί από αυτούς, με τη διάθεση να κλείσει την πόρτα στη γνώμη του κόσμου. Το άνοιγμα στους άλλους δεν έχει πάντα κάτι θετικό να του προσφέρει. Δεν νιώθει εκτίμηση για όλους, ιδίως για όσους ζουν και πεθαίνουν με τον φόβο χαραγμένο μέσα τους βαθιά.

«Υποκείμενα που το κομμάτι τους ξέρουν μόνο να κοιτούν
υποκείμενα που γεννιούνται δίχως χάρη
και που πεθαίνουν μόνα με τον φόβο χαραγμένο μέσα τους βαθιά.« («Ανάμεσά μου», σ. 32)

Προβληματίζεται έντονα και αγωνιά για την άνοδο του φασισμού και την εξάπλωση της φασιστικής ιδεολογίας.

«Φίδια βλέπω απ’ τους υπονόμους να βγαίνουν
και να τραβάν ανήφορο σέρνοντας το σώμα τους στο χώμα
φίδια να ξεπετιούνται στα μπαλκόνια
με τις σημαίες υψώνοντας να επιδεικνύουν την όποια υπερηφάνεια τους
περίσσεψε […]» («Ουρές», σ. 33)

Προβλέπει ένα μέλλον δυστοπικό, όπου η ελευθερία του λόγου θα αποτελεί αδίκημα.

«Έρχεται η ώρα που η φωνή θ’ αποτελεί αδίκημα
που τα ολογράμματα αντικατάσταση θα γίνουν των ανθρώπων
που η όποια έκφραση
του παρελθόντος θα ‘ναι μοναδικό πια στέμμα
γλυκιά ανάμνηση της όποιας γνώρισες στο χτες δημοκρατίας.
Μας λυπάμαι
μα πιο πολύ λυπάμαι τα παιδιά
αυτά
που δεν θα μάθουνε ποτέ τι είν’ η ελευθερία.» («Αυτή η ώρα», σ. 37)

Εμφανίζεται απαισιόδοξος για το αύριο και την εξέλιξη της κοινωνίας και της ανθρώπινης υπόστασης. Φαντάζεται τους ανθρώπους αποξενωμένους και υποδουλωμένους στην εικονική πραγματικότητα μιας οθόνης.

«Περιμένω έναν κόσμο ξένο
αλλιώτικο από αυτόν που τα μάτια μου είχαν συνηθίσει
έναν κόσμο άρρωστο
υποδουλωμένο
καθηλωμένο κάτω απ’ τα ανθρώπινα χαλάσματα
το γέλιο του θαμμένο στις οθόνες
όχι ζωγραφισμένο όπως παλιά στα πρόσωπα των ανθρώπων
αυτά
θα το ‘χουν ξεχάσει […]» («Ανθρώπινα χαλάσματα», σ. 40)

Όσο δύσκολοι κι αν είναι οι καιροί που προβλέπει ότι θα έρθουν, εφιστά την προσοχή αναφορικά με τους πάσης λογής «μεσσίες», λαϊκιστές και καινοτόμους της πολιτικής και της κοινωνίας που ευαγγελίζονται τη σωτηρία μας και την αλλαγή.

«Το αύριο
αυτό που περιμένεις να είναι σαν το πριν
στο μέλλον δεν θα υπάρχει.
Θα ‘χει καινούργιο πρόσωπο
θα ‘χει μοντέρνα μύτη
κομψό κουστούμι και πιγούνι μυτερό
θα φαίνεται πριν μπεις σ’ αυτό καλύτερο του χτες
όμως δεν θα ‘ναι
φτωχότερο αυτών των χτες που πέρασαν
πιο ξένο αυτών που έζησαν πριν χρόνια οι πρόγονοί μας
ολοκληρωτικότερο όλων και αδιαπέραστο
δίχως τρωτό σημείο πάνω του.» («Ημέρες ρύθμισης», σ. 41)

Στο τρίτο μέρος επιστρέφει στον εαυτό του, στρέφεται εντός του, όχι όμως ως ένας ομφαλοσκόπος, βυθισμένος σε μοιρολατρική αδράνεια, αλλά ως ένας άνθρωπος που προσπαθεί ενεργά να εγκαταστήσει, να χτίσει μια σχέση με τον εαυτό του και να αναζητήσει τον τρόπο που σχετίζεται με τους άλλους και τον κόσμο.

«Ποιος πραγματικά είμαι
αφήνω να καταλάβουν μόνο τα διαμάντια μου
οι υπόλοιποι
δεν μπορούν να χωρέσουν την φιγούρα μου
τους δοκίμασα.» («Διαφορετικός», σ. 50)

Στην πορεία αυτής της αναζήτησης δεν διστάζει να στρέψει τον φακό της κριτικής προς τον εαυτό του, φωτίζοντας με ειλικρίνεια τις πιο δύσκολες πλευρές του, αυτές που άλλος ίσως θα προσπαθούσε να κρύψει.

«Φαντασμένος εκτός από δυσάρεστος
εκτός από δυσαρεστημένος.
Φαντασμένος και μόνος από τότε που γεννήθηκα
φαντασμένος και μόνος μέχρι να πεθάνω.» («Φαντασμένος και μόνος», σ. 52)

«Δεν ξέρω
ίσως την χολέρα την δημιουργώ εγώ
ίσως την έχω μέσα μου και έτσι τραβάω την ασχήμια
ίσως να είναι πάλι ό,τι σε όλους έχει απομείνει.» («Φαντασμένος και μόνος», σ. 52)

Αλλά και πάλι επιστρέφει στους άλλους, βλέπει τη σύνδεσή του μαζί τους και καταλήγει πως ίσως τελικά είμαστε όλοι ένα.

«Άραγε εγώ είμαι ο ένας; Ή εγώ είμαι οι πολλοί;
Δεν ξέρω
πλέον δεν εξομολογούμαστε δημόσια
και έτσι κανείς μας δεν μαθαίνει αν ταξιδεύουμε μονάχοι.
Μόνο κάποιες φορές που ακούω τα κοράκια μου
τότε μόνο
καταλαβαίνω πως ίσως πονάμε όλοι μαζί.» («Εγώ ο ένας, εγώ οι πολλοί», σ. 55).

Συνοψίζοντας, η ποίηση στη συλλογή «Ανάμεσά μου» του Δημήτρη Ραχούτη θα έλεγε κανείς ότι, ως επί το πλείστον, είναι αυτοαναφορική, καταγγελτική, δυστοπική και μαχητική. Ο Ραχούτης δεν γράφει για να τέρψει τον αναγνώστη αλλά για να τον αφυπνίσει, να τον ξεσηκώσει, να τον ταρακουνήσει να δει την αλήθεια με τη δική του ματιά, όπως την βλέπει ο ίδιος. Επιδιώκει να γίνουν τα ποιήματά του καθρέφτες μέσα στους οποίους ο αναγνώστης θα αναγνωρίσει, δυνητικά, τον εαυτό του, τον δικό του φόβο, τη δική του οργή, τα δικά του βιώματα και θα κάνει, ίσως, ένα αποφασιστικό βήμα προς τη μεταστροφή.


*Η Αλεξία Καλογεροπούλου σπούδασε Ψυχολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και συνέχισε με άριστα τις μεταπτυχιακές της σπουδές στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με ειδίκευση στις Πολιτισμικές Σπουδές και την Ανθρώπινη Επικοινωνία. Έχει εργαστεί ως δημοσιογράφος στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο και στην τηλεόραση. Έχει εκδώσει το βιβλίο «Είσαι το Κάρμα μου» (Εμπειρία Εκδοτική, 2010) και την ποιητική συλλογή «Λέξεις στην άμμο» (Εκδόσεις 24γράμματα, 2019). Κείμενα και ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί επίσης σε συλλογικά έργα. 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s