Σέιχ Σου | Γιάννης Νταουλτζής

Αυτόν τον μήνα το BookSitting δημοσιεύει το διήγημα του Γιάννη Νταουλτζή με τίτλο «Σέιχ Σου». 

ΕΓΝΑΤΙΑ 1950 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ.png
Η Εγνατία το 1950.

 

Στις εφημερίδες είδα το πρόσωπο μου
και έπαιξα το ρόλο σαν να ’μουν αυτός
είχα φάει λέει δύο σφαίρες
πόσο μου άρεσε να είμαι σκληρός
Εγώ που ήμουνα σαν πέτρα μονάχη
Που κάποιος πέταξε μες στο βυθό
Που δε ταξίδεψε ούτε εχάθη
Και δε διαμαρτυρήθηκα ούτε για αυτό

Γιώργος Μητρογιαννόπουλος,  Ο δράκος

Στα 1956 έπιασα δουλειά στο Αρσάκειο της Θεσσαλονίκης. Εγνατία 132. Στην Οικοκυρική και Επαγγελματική Σχολή. Είκοσι χρονώ. Μαθήτριες φυσικά μόνο. Τις μάθαινα την οικιακή οικονομία. Έμενα εσωτερική στο τεράστιο σκοτεινό και υγρό κτίριο, σ’ ένα δωμάτιο που μου είχαν παραχωρήσει. Είχε κι ένα κουζινάκι. Την άνοιξη και το φθινόπωρο ήταν καλοσύνη. Όταν έμπαινε όμως ο χειμώνας κι ο βαρδάρης κατέβαζε τα χνώτα της βαλκανικής, σκορπίζοντας καταχνιά και κρύο χοντρό, κι οι πόρτες σφυρίζανε, τα παράθυρα σκούζανε κι η ομίχλη ζητούσε να τρυπώσει από τα κουφώματα που χάσκανε, ο φόβος έπλαθε παραισθήσεις κι ο τρόμος έτρεφε ψευδαισθήσεις. Το κτίριο άλλαζε σχήμα και όγκο. Θαρρούσα ότι το άγαλμα του Αρσάκη κατέβαινε από το βάθρο του και πάσχιζε να χωθεί στην κάμαρή μου να ζεστάνει τις χούφτες του. Πού ύπνος. Το πρωί στο μάθημα με πρησμένα μάτια. Όταν με είδανε πόσο σκιαζόμουν, μου δώσανε μια σφυρίχτρα. Να σφυρίξω, αν νιώσω κίνδυνο, στον φύλακα που έμενε στην άλλη άκρη, στην πύλη.

Μου φέρνανε μαθήτριες και από τη σχολή τυφλών. Κορίτσια δροσερά, κελαρυστές φωνές και σφιχτές αλογοουρές. Θερμόαιμες κι ανήσυχες. Μυρίζαν μόσχο. Δίχως φως στα μάτια. Άλλες από γεννησιμιού, άλλες από ατύχημα, άλλες από αρρώστια. Οι πρώτες πιο ζωηρές, πιο τυχερές να πεις. Δεν νιώθαν την απώλεια. Οι δεύτερες πιο σιγανές, με πιο βαρύ ίσκιο.

Θυμάμαι ακόμη την πρώτη συνάντηση. Όταν μπήκα στην αίθουσα, ήταν καθισμένες δυο δυο σε ξύλινα θρανία. Πλεγμένα δάχτυλα στις άκαμπτες επιφάνειες. Τις χαιρέτησα κι είπα όνομα, καταγωγή και ιδιότητα. Διάβασα το ονόματά τους και τις ρώτησα τι θέλουν να κάνουμε την πρώτη μας μέρα. Βουίζοντας όλες μαζί μού ζητήσανε να τις αφήσω να με δούνε. Με είχανε προετοιμάσει πώς να φερθώ στα κορίτσια δίχως βλέμμα, αλλά γι’ αυτήν την περίσταση δεν μου είχαν πει κάτι. Τα ’χασα. Ωστόσο είπα ότι έχουν το ελεύθερο. Πέταξαν πάνω μου ακουμπώντας η μια την άλλη κι άρχισαν να χαϊδεύουν πρόσωπο, φρύδια και τσίνορα, χείλη, λαιμό και τα μαλλιά. Προχώρησαν στα ρούχα μου. Κάποιες σήκωσαν το φόρεμά μου, να «δουν» το κομπινεζόν, τι φορούσα, τα ρούχα που διάλεγε η δασκάλα τους. Εγώ άγαλμα. Χαμογελαστό, να μην τις απογοητεύσω, μη συνειδητοποιώντας ότι εις μάτην το χαμόγελο.

Μιαν άλλη φορά θυμάμαι κάναμε μάθημα έναν ανταριασμένο Φεβρουάριο. Απόγεμα ήταν και θύμιζε νύχτα. Ανάψαμε τα φώτα. Συνέχισα  το μάθημα, ώσπου ξαφνικά σβήσανε. Κάποια διακοπή. Τρόμαξα κι έβγαλα μια κραυγή. «Τι έγινε, κυρία; Γιατί φωνάξατε;», ρωτούσε το ακροατήριο. Πάγωσα. «Τίποτα, τίποτα, κάτι πάτησα», απάντησα και συνεχίσαμε στα σκοτεινά.

Τα καλοκαίρια κατέβαινα στο νησί, στ’ αδέλφια και τη μάνα μου. Στα τρία χρόνια αυτοί μετακομίσανε στην Αθήνα. Το Ουρανιό με τον άντρα της κι ηύρε κι η μάνα ευκαιρία κι έφυγε με το Νικολιό. Έφυγε από το χωριό μας, για να αφήσει πίσω την ντροπή και τον πόνο απ’ την συζυγική απάτη του πατριού μου και το διαζύγιο.

Εγώ στο μεταξύ στη Θεσσαλονίκη άπλωνα ρίζες. Είχα γνωρίσει, μέσα από μια θεια, αδελφή του πατέρα μου, την Τζερμιά, ανθρώπους που τους έβλεπα με ενδιαφέρον. Έφυγα πια και από το σκοτεινό σχολείο κι έπιασα σπίτι στις 40 Εκκλησιές. Γειτόνισσα είχα μια δραμινή μοδίστρα. Είχε ξεμείνει, ως πρόσφυγας από την πόλη της, όταν είχε καταφύγει  στη γερμανοκρατούμενη πρωτεύουσα του βορρά, για να γλιτώσει από τους τη βουλγάρικη θηριωδία, σφαγή και δίωξη στον τόπο της. Εκεί άφησε γονείς κι αδέλφια. Σε κοιμητήρια και τάφους μαζικούς. Καλαμιά στον κάμπο τής Μακεδονίας. Στέριωσε στην Τσιμισκή. Παντρεύτηκε έναν Σαλονικιό από τζάκι. Με τρόπους, φροντισμένο ντύσιμο, πάντα γραβάτα και ανάλογο ποσέτ στο μέρος της καρδιάς, και δικό του αυτοκίνητο. Ποιος τότε. Καλλιεργημένος, μορφωμένος, με συμπεριφορά που δεν την άφησε ασυγκίνητη. Δεν παράτησε τη δουλειά της, παρά τη γκρίνια πεθερικών και συζύγου. Αγαπημένοι πάντως. Είμασταν σόκαιρες και ταιριάξαν και τα χνώτα μας. Βόλτες σε Περαία, Νέους Επιβάτες, Ποταμός, Οφρύνιο.

Το 1958 στην παρέα προστέθηκε και ο Α.Ζ., που έλειπε για καιρό στη Γαλλία για «σπουδές». Έτσι δήλωσε χαμογελαστός και μαγιάτικος, χωρίς να διευκρινίσει ποτέ τι σπούδασε. Ήταν ομορφόπαιδο, αθλητικό κορμί, πλάτες κολυμβητή, χάρη και δύναμη πειθαρχημένη, μ’ ευαίσθητη ψυχή. Στην αρχή της γνωριμίας μας κοκκίνιζε σαν κορίτσι, όταν του μιλούσα. Μου άρεσε η παρέα του εξαρχής. Και το χαμόγελο. Και η φράντζα που έπεφτε στα μάτια του. Και που δεν μ’ άφηνε να του την σιάξω. Τραβούσε γελώντας το κεφάλι του. Κεφάλι κούρου. Βγαίναμε στην αρχή οι τέσσερις και σιγά σιγά και οι δυο μας. Μιλούσαμε για τα καθημερινά μας, τα σχέδια και όνειρά μας αλλά και για ποίηση, λογοτεχνία, τις νέες μεθόδους παιδαγωγικής και για πολιτική. Ιδίως που την εποχή εκείνη, 1958-1959 έγιναν ιστορικές πολιτικές αλλαγές στην πατρίδα. Το 1958 κυβέρνηση έβγαλε η ΕΡΕ, ενώ η ΕΔΑ χρίστηκε αξιωματική αντιπολίτευση, «θορυβώντας ιθαγενείς πραιτοριανούς και λάβρους υπερασπιστές της ελευθερίας πέραν του Ατλαντικού», μου έλεγε. Την ίδια χρονιά «η κυοφορούσα Ευρώπη θα γεννήσει την ΕΟΚ», απήγγειλε. Τον Φεβρουάριο, η Αγγλία στη Ζυρίχη θα δεχτεί την ανεξαρτησία της Κύπρου, «βάζοντάς την  ενέχυρο στην Τουρκία», ανακοίνωνε σμίγοντας φρύδια και σφίγγοντας χείλη. Κι εγώ σχολίαζα τους Κουν, Τσαρούχη, Χατζιδάκι, και Μάνου Ραλλού που με τους «Όρνιθες», Αύγουστο μήνα, θα ριχτούν στην πυρά για «καλλιτεχνικόνσκάνδαλον εις το Ηρώδειον». Μιλούσαμε ακόμα για το Σέιχ Σου. Το δάσος που δέσποζε στην πόλη μας και δεν το είχα δει από κοντά. Ήταν η μανία του. Μου έλεγε ότι γνώριζε όλα τα δρομάκια, τα είδη των δέντρων και των θάμνων, ότι πήγαινε συχνά, ιδίως τα βράδια.

Τέτοια αλλά και άλλα, για τα ζαχαροπλαστεία της οικογένειάς του, για τους αγώνες, με το λευκό Porsche 356, που σχεδίαζε. Θυμάμαι ακόμη τη φίρμα, γιατί μου θύμιζε τον αριθμό των ημερών που κάναμε συντροφιά, όταν το εμφάνισε στην παρέα. Ένας χρόνος σχεδόν. Τους τελευταίους τέσσερις μήνες βγαίναμε οι δυο μας και δεν μου είχε πιάσει το χέρι. Το εκτιμούσα αλλά μου κακοφάνη κιόλας. Περίμενα κάποιο σημάδι μεγαλύτερου ενδιαφέροντος. Κι όταν το έδειξε, τραβήχτηκα. Έκοψα. Ήταν γιατί με τρόμαξε.

Πριν με τρομάξει όμως αναθάρρησα. Είχαμε βγει οι δυο μας στην απόμερη παραλία του Αϊ-Γιάννη, στη Νέα Κρήνη, για ουζάκι. Δίπλα στο κύμα. Με γυμνά πόδια στην άμμο. Με ρίγη του μπάτη. Με κιθάρες στη μυρωδιά των φυκιών. Ανοιξιάτικο απομεσήμερο. Ηλιοβασίλεμα. Αφού σουρούπωσε, φύγαμε, πήγαμε για παγωτό στο AxilleionCafebar. Έβλεπε στον Θερμαϊκό. Στα καϊκάκια. Στις καθυστερημένες μανάδες και γκουβερνάντες που φεύγαν βιαστικά. Στα παιδικά καροτσάκια με τα κοιμισμένα μωρά. Στους πάγκους με το μαλλί της  γριάς, που κλείνανε. Στη μυρωδιά των αράπικων φιστικιών.

Όταν σηκωθήκαμε, είχε βραδιάσει για τα καλά. Καθώς με γυρνούσε στο σπίτι ο Α.Ζ., πρότεινε να πάμε στο Σέιχ Σου, να δούμε το φεγγάρι. Δεν είχα πάει ποτέ. Δέχτηκα με αδημονία ότι θα μου έδειχνε κάτι παραπάνω από τα αισθήματά του. Καθώς οδηγούσε, μου εξιστορούσε τις γνώσεις του για το δάσος. Μου είπε ότι η νέα του ονομασία ήταν Κεδρηνός ή Κέδρινος Λόφος. Το δάσος που το ονόμασαν οι ντόπιοι Σέιχ Σου από μια βρύση που υπήρχε σε ένα τουρμπέ[1]στα Χίλια Δέντρα. Για το χελιδονόχορτο με τα κίτρινα τετράφυλλα πέταλα.  Που έλεγαν οι παλιοί ότι άνθιζε με τον ερχομό των χελιδονιών  και μαραινόταν όταν αποδημούσαν για το νότο. Για τα πεύκα και τα κυπαρίσσια της Αριζόνας αλλά και τα πλατάνια στα βορεινά του δάσους που ρίζωναν στις νεροσυρμές.

Μετά από λίγη ώρα σε έρημους δρόμους, χωθήκαμε στο πευκόδασος. Ο Α.Ζ. βγήκε από τον χωματόδρομο και με σβησμένη μηχανή και φώτα παρκάρισε σε μια συστάδα. Πουρνάρια. Με κοίταξε πονηρά, με χαμόγελο πρωτοφορεμένο. Ανείδωτο. Μάτι γυάλινο. Βλέμμα εξαρθρωμένο. Παραξενεύτηκα. Κατέβηκε από το αμάξι, μου άνοιξε την πόρτα, όπως πάντα. Με έπιασε από το χέρι και μισοσκυμένος, έβαλε το δάχτυλο στα χείλη συνωμοτικά και με έσυρε πίσω από κάποια σχίνα. Λίγα μέτρα από τους θάμνους που μας κάλυπταν ήταν σταθμευμένο ένα αυτοκίνητο. Μέσα ήταν ένα μισόγυμνο ζευγάρι. Χαϊδεύονταν. Ξάφνιασμα και ταραχή με ακινητοποίησαν. Ο Α.Ζ. είχε ακουμπήσει από πίσω πάνω μου. Η ανάσα του φλόγα στον αυχένα μου. Γύρισα. Στην άκρη των χειλιών του αφρός από σάλιο. Τα δάχτυλά του έτρεμαν. Σταγόνες ιδρώτα στο μέτωπο. Σκοτεινή αστραπή χάραξε του μυαλού τα αυλάκια. Κατάλαβα.

Τινάχτηκα, τον έσπρωξα κι έτρεξα στον χωματόδρομο. Μετά από λίγο το αυτοκίνητο του Α.Ζ. σταμάτησε δίπλα μου και άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού. Μπήκα χωρίς να μιλήσω. Ούτε και αυτός. Με άφησε έξω από το σπίτι μου. Τυλιγμένοι στη σιωπή. Στην απουσία. Βυθισμένοι στην ανυπαρξία.

Δεν ξαναβρεθήκαμε. Δεν με έψαξε.

Μετά από δύο μήνες έφυγα από τη Θεσσαλονίκη. Ζήτησα και μετατέθηκα στην Αθήνα. Στο Αρσάκειο. Δεν ξαναγύρισα ποτέ στη Σαλονίκη. Μόνο περαστική θα περνούσα, χρόνια πολλά μετά, για τη Δράμα. Τον τόπο του γαμπρού μου. Το 1961 έφυγα με υποτροφία του… για το Παρίσι. Εκεί γνώρισα τον άντρα μου, αγαπηθήκαμε, παντρευτήκαμε. Στην πατρίδα ερχόμουνα πια για λίγες μέρες, το καλοκαίρι. Πηγαίναμε και στο νησί. Στο χωριό που άδειαζε ολοένα, γεμίζοντας την κοιλιά του νεκροταφείου και την πρωτεύουσα. Γυρίσαμε μόνιμα στα μέσα του Γενάρη του 1968. Άλλοι φεύγαν για να γλιτώσουν από τη μαύρη κατοχή των συνταγματαρχών. Εγώ επέστρεφα έγκυος στην κόρη μου. Για χάρη της.

Τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης τα είχα ξεχάσει μέχρι σήμερα. Μάλλον τα είχα απωθήσει. Αναδύθηκε η μνήμη, ξεπήδησε, έναν μήνα μετά την επιστροφή, όταν διάβασα στις εφημερίδες. «Ο Δράκος του Σέιχ Σου, Αριστείδης Παγκρατίδης, εξετελέσθη εις το Σέιχ Σου. «Μανούλα μου, είμαι αθώος», ήταν οι τελευταίες του λέξεις.

Ξημέρωσε στου ’ξαποδώ τα χέρια.


[1]Ο τουρμπές: από τον τουρκικό όρο türbe, που μεταφράζεται στα ελληνικά ως τάφοςτύμβος, αναφέρεται σε μνημεία-μαυσωλεία της οθωμανικής περιόδου.


Ο Γιάννης Νταουλτζής γεννήθηκε στη Δράμα, όπου και έγινε άνθρωπος. Μετά σπούδασε στη Νομική Σχολή (Τμήμα Δημοσίου Δικαίου – Πολιτικών Επιστημών) του Πανεπιστημίου Αθηνών, και στο Φιλολογικό τμήμα της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σήμερα εργάζεται ως φιλόλογος σε ιδιωτικό σχολείο στην Αθήνα. Έχει συμμετάσχει ως εισηγητής σε διάφορα εκπαιδευτικά συνέδρια και ως συγγραφέας σε βιβλία εκπαιδευτικού ενδιαφέροντος. Το 2019 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις momentum η συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Τατουάζ στον Παράμεσο»

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s