#8 | Μένουμε σπίτι και γράφουμε | Θεοχάρης Παπαδόπουλος

spiti_parathyra_nyxta

Αποτελέσματα εγκλεισμού

Αυτές τις μέρες δεν έχω όρεξη για τίποτα. Πηγαίνω μηχανικά στη δουλειά μου, γιατί πρέπει να πάω. Κάνω όσα έκανα και παλιότερα, αλλά το μυαλό μου είναι αλλού. Ψάχνω να δω, τι έφταιξε και αν έκανα κάπου λάθος. Ίσως, να έχω κάνει πολλά λάθη.

Παλιότερα όλα μου πήγαιναν καλά. Είχα τη γυναίκα μου, είχα μια καλή δουλειά, έμενα σε ωραίο και μεγάλο σπίτι, δεν μου έλειπε τίποτα. Για την ακρίβεια, υπήρχε κάτι που με πείραζε. Με τη γυναίκα μου τη Γωγώ είχα ξεχάσει από πότε είχα να κάνω σεξ. Τη μια είχε περίοδο, την άλλη είχε πονοκέφαλο. Όταν δεν είχε περίοδο ή πονοκέφαλο, ήταν πολύ κουρασμένη. Την καημένη! Δεν την παρεξηγούσα! Εκτός από τη δουλειά της, είχε αναλάβει όλες τις δουλειές του σπιτιού. Για να καλύψω την έλλειψη, όποτε είχα λίγα λεφτά παραπάνω, πήγαινα σε ένα μπαρ, όπου σύχναζαν διάφορες αιθέριες υπάρξεις. Διάλεγα μια πεταλουδίτσα, την κερνούσα ένα ποτό και καταλήγαμε σ’ ένα φτηνό ξενοδοχείο εκεί κοντά. Βέβαια, πλήρωνα αρκετά, αλλά περνούσα δυο ώρες ευτυχίας. Όταν γύριζα στο σπίτι έβρισκα πάντα τη γυναίκα μου να κοιμάται. Ακόμα και αν είχε καταλάβει κάτι, ποτέ της δεν μου είχε κάνει σκηνή γι’ αυτά τα νυχτοπερπατήματα.

Μέχρι που μπήκε στη ζωή μας ο ιός. Πρώτα έκλεισαν τα μπαρ, τα εστιατόρια και οι καφετέριες. Μετά έγιναν συστάσεις για να μείνουμε σπίτι. Υπήρχαν αρκετά θύματα. Ο ιός δεν αστειευόταν. Έτσι κι αλλιώς, δουλειά δεν είχα πλέον, οπότε κλείστηκα στο σπίτι. Το ίδιο κλεισμένη ήταν και η Γωγώ.

Τις πρώτες μέρες του εγκλεισμού μας, η Γωγώ είχε νεύρα και γκρίνιαζε συνεχώς. Με έστελνε συνέχεια στο σουπερμάρκετ και το σπίτι είχε γεμίσει με χαρτί υγείας, μακαρόνια και σοκολάτες. Πολλές σοκολάτες. Φορτωνόμουν σαν μουλάρι, καθόμουν στην ουρά και όταν επέστρεφα, ακολουθούσε ο εξής διάλογος:

-Πήρες ζάχαρη;

-Μα δεν μου είπες να πάρω.

-Εγώ σου είπα. Εσύ το ξέχασες. Πήγαινε ξανά και πάρε ζάχαρη. Και ξαναπήγαινα.

Όσο περνούσαν οι μέρες τα νεύρα της Γωγώς γινόντουσαν περισσότερα. Προσπαθούσα να κάνω ό,τι μου έλεγε για να μην γκρινιάζει. Είχε αρχίσει να σπάει πιάτα και ποτήρια. Πήγαινα στο σουπερμάρκετ και έπαιρνα καινούργια μέχρι που μπάφιασα και της πήρα πλαστικά. Τότε πήρανε σειρά τα βάζα. Μια μέρα, τόλμησα να διαμαρτυρηθώ για κάτι κι έκανε όλο το σπίτι λαμπόγυαλο.

Όσο κράτησε η καραντίνα τα κοσμητικά επίθετα με τα οποία με στόλιζε η Γωγώ πήγαιναν σύννεφο. Από γλυκούλης και αγάπη της, είχα γίνει ο μαλάκας. Τι να κάνω; Έκανα υπομονή. «Άνοιξη είναι, θα περάσει», έλεγα. Και πέρασε. Μα ώσπου να περάσει τα νεύρα της Γωγώς έγιναν τσατάλια. Αγριολούλουδο την έλεγα χαριτολογώντας, όταν τη γνώρισα, όμως, σε συνθήκες εγκλεισμού, το αγριολούλουδο έγινε τσουκνίδα!

Και μια ωραία μέρα, η καραντίνα τελείωσε. Ο εγκλεισμός σταμάτησε και επιτέλους, μπορούσαμε να βγούμε και πάλι έξω. Περίμενα να κάνω πάρτι με τη Γωγώ. Θα της πέρναγαν τα νεύρα, θα με φίλαγε τρυφερά όπως παλιά και θα κάναμε άγριο και αχαλίνωτο σεξ. Όμως, λίγες ώρες μετά μια έκπληξη με περίμενε. Η Γωγώ παρουσιάστηκε μπροστά μου με μια βαλίτσα στο χέρι.

-Σε βαρέθηκα. Δεν σε αγαπάω. Τόσα χρόνια μου έχεις κάνει τη ζωή πατίνι. Μα τώρα πια το αποφάσισα. Θα πάω να μείνω με τον Λάκη. Τον εραστή μου.

Κάπως έτσι, τελείωσε άδοξα ο γάμος μου. Αυτόν τον καιρό περιμένω να βγει το διαζύγιο και το φιλοσοφώ. Τι έφταιξε και χωρίσαμε; Ουφ! Πολύ το σκέφτηκα. Δεν πάω στο μπαρ να ξεσκάσω λίγο;

#menoumespiti_kai_grafoume

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s