#44 | Μένουμε σπίτι και γράφουμε | Χριστόφορος Τριάντης

old people

 

Το μάθημα 

Η επίσκεψη στο γηροκομείο ήταν αναγκαστική, λόγω δουλειάς (που θα έλεγαν και οι Αμερικανοί). Η υπηρεσία τροφίμων και φαρμάκων στην οποία δούλευα, μ’ έστειλε, εν μέσω πανδημίας, να ελέγξω αν υπήρχαν ελλείψεις στο ίδρυμα. Μετά τις απαραίτητες διαβεβαιώσεις του διευθυντή ότι τα πράγματα ήταν κάπως καλά, επισκέφτηκα τις πτέρυγες με τους γέρους. Οι εργαζόμενοι ήταν σε επιφυλακή και είχαν πάρει όλες τις προφυλάξεις. Οι προστατευτικές μάσκες ήταν υποχρεωτικές. Όλα όσα όμως, συνέβαιναν στους κοιτώνες, άλλαξαν την οπτική (και την προοπτική) μου. Με το που είδα τους γέρους να περιφέρονται στους διάδρομους, αδιαφορώντας για τις εντολές του προσωπικού, κατάλαβα τι γινόταν.

Αλλά μήπως κι η εικόνα έξω απ’ τα γηροκομεία και τα «ευαγή» ιδρύματα δεν ήταν η ίδια, με ελάχιστες παραλλαγές (οικιστικές κυρίως). Η πανδημία ή αυτό που ονόμαζαν πανδημία, ήταν σε εξέλιξη και μάλιστα στην κορύφωσή της, όπως ανακοίνωναν νυχθημερόν οι ειδήμονες και οι επιστήμονες (μαζί πάνε αυτοί). Όσοι ηλικιωμένοι περπατούσαν (στην ουσία έσερναν τα πόδια τους) με κάποια ευκολία, έφτυναν και έβριζαν μέσα από τα λιγοστά δόντια και τις κίτρινες μασέλες τους. Άλλοι, που κάθονταν στα κρεβάτια τους κι ασθενούσαν από διάφορα (η ηλικία δυστυχώς ευνοεί την «πτώση» του σώματος), καταριούνταν τους δικούς  τους οι οποίοι, για να γλυτώσουν έξοδα, φόβους και φροντίδες, τους παραπέταξαν εκεί μέσα. Περίμεναν να σβήσουν μια ώρα αρχύτερα, για να τους κληρονομήσουν, ειδικά τώρα που ερχόταν μια μεγαλύτερη κρίση, ένα δεύτερο οικονομικό κραχ.

Κάποιοι σηκώνονταν από τις καρέκλες τους και μας έριχναν ματιές όλο μίσος. Κατευθείαν μετά, σαν να κάποιος να τους έδινε το σύνθημα, έστρεφαν το βλέμμα τους στα ρολόγια  που κρέμονταν στους τοίχους. Ο χρόνος ήταν ο μεγάλος αντίπαλος (όλων). Φαινόταν να ξεμπερδεύει – σχετικά γρήγορα- τους λογαριασμούς του με τους περισσοτέρους στο ίδρυμα. Οι μνήμες τους είχαν πεθάνει προ πολλού, δεν τους έδιναν καμιά χαρά. Το μόνο λοιπόν, που απέμενε στα γεροντάκια, ατόφιο και σκληρό, ήταν το μίσος. Μισούσαν  για να νιώθουν ζωντανοί. Μετρούσαν τις ώρες και τις στιγμές ανάλογα με το μίσος που γεννούσαν. Ήταν λες  και κάποιος  κακός δαίμονας να τους  είχε καταραστεί. Μοχθούσαν να βάλουν και στο τελευταίο σακατεμένο κομμάτι τους όλη την κακία του κόσμου. Δεν χρειαζόταν και πολλή σκέψη για να δω πόσο εξαχρειώνονται οι άνθρωποι μπροστά στη φτώχεια, στην ανημπόρια και στον θάνατο. Πήρα το μάθημά μου για τα καλά.

#menoumespiti_kai_grafoume

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s