Αλέξανδρος Τσαγκαρέλλης | Το Πρώτο Ταξίδι

846-02793772

Το Πρώτο Ταξίδι

«Πότε θα με πας σ’ εκείνο το ταξίδι που μου έταξες, παππού;» ρωτούσε και ξαναρωτούσε ο μικρός τον γέρο ναυτικό που έμενε σιωπηλός, τα θολά του μάτια προσηλωμένα στις χοντρές χάντρες από κεχριμπάρι καθώς πέφτανε μια-μια, σάμπως φουσκίτσες από χρυσαφένιο λάδι που στάζανε απ’ το ’να χέρι στ’ άλλο, κι εκείνος είχε το νου του μη στάξουνε λοξά και χυθούνε.

«Μη τάξεις του αγιού κερί και του παιδακιού ταξίδι!» σχολίαζε κάθε φορά, στερεότυπα, μέσα απ’ το σπίτι, παραφράζοντας τη γνωστή φράση, βγάζοντας και καμιά φορά το κεφάλι απ’ το παράθυρο της κουζίνας που συνήθως ήτανε και δούλευε η γριά του, η κυρά Παρασκευούλα, αιώνια μαντιλοδεμένη και με την μαύρη της ποδιά σφιχτοδεμένη στη μέση.

Ο γέρος σταματούσε τότε μια στιγμή, γυρνούσε ελαφρά το κεφάλι προς το παράθυρο, το κουνούσε με τρόπο που δεν σ’ άφηνε να καταλάβεις αν συμφωνούσε μαζί της, ή όχι, απαντούσε μ’ ένα «δεν έφτασε ακόμα η ώρα», λέξεις που μόλις κι έβγαιναν από τα χοντρά, σκασμένα χείλια του, κρυμμένα κάτω από τις κιτρινισμένες απ’ τον καπνό μουστάκες και ξαναγυρνούσε στην αγαπημένη του ασχολία, να ονειρεύεται δηλαδή, ν’ αναθυμάται σιωπηλός και να ξαναζεί τ’ αμέτρητα ταξίδια του σε χώρες μακρινές, τις στιγμές αυτές, τις μέρες εκείνες και τις νύχτες σε τόπους εξωτικούς, που πλουτίσανε τη ζωή του γνωρίζοντας φυλές κι έθιμα, που γεύτηκε αχόρταγα την ηδονή σε κάθε λιμάνι, όταν έβγαινε στη στεριά με τις τσέπες γεμάτες για να καταλήξει να γυρίσει πίσω στο μπάρκο φτωχός από λεφτά, αλλά πλούσιος σε εμπειρίες. Αναμνήσεις μύριες, π’ αναχάραζε με τη συνοδεία του ασταμάτητου, ρυθμικού τακ τακ που κάνανε οι χοντρές χάντρες του κομπολογιού του, χαμένος στο δικό του κόσμο, έναν κόσμο τον οποίο η πλούσια διαίσθηση του μικρού εγγονού του αρμολογούσε σε εικόνες μαζεύοντας τις ανεπαίσθητες εκφράσεις των συναισθημάτων του π’ αναδύονταν κι ανθίζανε σαν δειλά αγριολούλουδα πάνω στο σκαμμένο απ’ τον καιρό και την αρμύρα μούτρο του, σκηνές που μέρα με την μέρα πλούτιζε ο μικρός με τη δική του αχαλίνωτη φαντασία, γιόμιζε μουσικές και χρώματα κι έκανε την επιθυμία του να φουντώνει, να θέλει να ξεκινήσει εκείνο το ταξίδι το δυνατό συντομότερα.

Όμως σήμερα, θες που παραήταν ζεστή η μέρα –ετούτο το καλοκαίρι έσκαγε ο τζίτζικας απ’ τη ζέστη, κι ο δρόμος μπροστά στο σπίτι άχνιζε θαρρείς– θες που κατά την κρίση του γέρου «είχε φτάσει η ώρα», δεν αντέδρασε με τον ίδιο τρόπο. Σηκώθηκε αργά και με κόπο απ’ το σκαμνί π’ άφηνε μόνιμα εκεί έξω, το δικό του κάθισμα που δεν τολμούσε να πάρει απ’ εκεί άλλος κανείς και να χρησιμοποιήσει, και προχώρησε, με πιο σταθερά τώρα βήματα, με πιότερη ζωντάνια, και τράβηξε προς την πόρτα για να μπει στο σπίτι, αν κι ήταν ακόμα νωρίς, αν και η γριά του μόλις είχε βάλει το τσουκάλι στη φωτιά κι ήθελε ώρα για να γίνει το φαΐ. Κι εκεί, στο κατώφλι, στράφηκε αργά προς το μέρος του μικρού και του έγνεψε να τον ακολουθήσει.

«Έλα μαζί μου!» τον πρόσταξε, με το βλέμμα καθαρό ετούτη τη φορά και τη φωνή δυνατή, αποφασιστική, σαν τότες που στεκότανε στην γέφυρα του καραβιού κι έδινε τις εντολές στο τσούρμο. «Μπες μέσα στο σπίτι!»

Τον ακολούθησε ο μικρός διστακτικά, που δεν καταλάβαινε πώς μπορούσε να ξεκινήσει το ταξίδι μπαίνοντας στο σπίτι, αφού όλοι που παγαίνανε ταξίδι φεύγανε απ’ τα σπίτια τους, τους έβλεπε που βγαίνανε απ’ τις πόρτες τους με μια βαλίτσα στο χέρι και παίρνανε το δρόμο προς το λιμάνι, σταματώντας μάλιστα λίγο πριν τη στροφή, στο βάθος του δρόμου, όλοι ανεξαιρέτως, και ρίχνανε πίσω τους μια τελευταία ματιά προτού χαθούνε για καιρό, καμιά φορά και για πάντα απ’ τη γειτονιά και τον δικό τους κόσμο.

Μπήκε μέσα και στάθηκε κάπου εκεί στη μέση μιας μικρής σάλας, μη ξέροντας πού να πάει παραπέρα, αφού ο παππούς χάθηκε στο βάθος του σπιτιού και δεν ήξερε πού ακριβώς πήγε, ποιά πόρτα τον κατάπιε, γιατί τα μάτια του δεν είχαν προλάβει να συνηθίσουνε την αλλαγή στο φως και δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει τις κινήσεις του.

«Εδώ! Έλα εδώ!» άκουσε τη φωνή του σχεδόν πίσω του και τρόμαξε που η σάλα πλημμύρισε ξαφνικά φως. Ο γέρος άνοιγε το μεγάλο παράθυρο καθώς του έγνεφε να πλησιάσει, να κάτσει στο τραπέζι που γειτόνευε μ’ αυτό και λουζότανε στο φως του ήλιου.

«Ποια τάξη θα πας εφέτος;» τον ρώτησε, σάμπως να μην ήξερε κι ο μικρός απάντησε πως θα πήγαινε στην πέμπτη του Δημοτικού. Ήταν περήφανος γι’ αυτό!

«Έμαθες, το λοιπόν, να διαβάζεις!»

«Μάλιστα!» κορδώθηκε εκείνος. «Είμαι άριστος μαθητής! Του Δέκα με τόνο!»

«Πάρε τότε αυτό εδώ», είπε ο γέρος κι έσπρωξε μπροστά του ένα βιβλίο. Ήταν ο «Ροβινσών Κρούσος» του Ντε Φόε.

«Διάβασέ μου το πρώτο κεφάλαιο! Διάβασέ μου καθαρά και δυνατά για ν’ ακούσω πώς διαβάζεις».

«Το ξεκίνημα για το Άγνωστο!» άρχισε ο μικρός να διαβάζει, λίγο ταραγμένος, λίγο μπερδεμένος, που ήθελε απ’ τη μια να δείξει πόσο καλά ήξερε να διαβάζει, κι απ’ την άλλη που δεν καταλάβαινε το γιατί ο παππούς του ζητούσε να κάνει κάτι τέτοιο, κάτι τόσο αλλιώτικο απ’ αυτό που περίμενε. Συνέχισε όμως, μέχρι που τέλειωσε το κεφάλαιο και πήρε να συσχετίζει  το νόημα αυτών που διάβαζε με τα δικά του τα σχέδια.

«Δηλαδή», ρώτησε μετά από λίγο, σπάζοντας τη σιωπή που ακολούθησε το τέλος της ανάγνωσής, «δηλαδή, δεν θα πρέπει να κάνω κανένα ταξίδι;»

«Όχι, βέβαια!» απάντησε ο παππούς καθώς άναβε το τσιμπούκι του. «Δεν είπε κανείς κάτι τέτοιο. Μήτε το βιβλίο λέγει κάτι τέτοιο! Μη βιάζεσαι να βγάλεις συμπεράσματα! Και μάλιστα, απ’ το πρώτο κεφάλαιο! Πρέπει να το διαβάσεις όλο πρώτα. Κι όχι μονάχα ετούτο το βιβλίο! Να διαβάσεις πολλά βιβλία, που το καθένα απ’ αυτά είναι ένα ταξίδι. Τότε, θα ξέρεις την απάντηση από μόνος σου. Δεν θα χρειάζεσαι κανέναν να σου την δώσει! Θ’ αποφασίζεις από μόνος σου! Θα κάνεις τη ζωή σου όπως εσύ θα θέλεις, όπως εσύ θα ξέρεις, δίχως να παρασύρεσαι απ’ τα όνειρα και τις ιδέες των άλλων».

Σταμάτησε, έσκυψε προς το μέρος του μικρού, σπρώχνοντας ταυτόχρονα το βιβλίο προς εκείνον και πρόσθεσε. «Στο χαρίζω! Δικό σου είναι, για να κάνεις το πρώτο σου ταξίδι! Καθώς σου το υποσχέθηκα!»


* Ο Αλέξανδρος Τσαγκαρέλλης, φιλόλογος, γεννήθηκε στην Μυτιλήνη και ζει στην Αθήνα. Κυκλοφορούν τα εξής έργα του: Μυθιστορήματα 1) Σταγόνες στην Πέτρα/ Καστανιώτης, 2) Αλκαίος ο Λέσβιος/Εύανδρος & Μπατσιούλας, 3) Η Λίμνη της Φωτιάς, 4) Εύρηκα!, 5) Η τελευταία θυσία/Μπατσιούλας, 6) Μια παλιά ιστορία/ Γαβριηλίδης, 7) Το Ουρανόδροσο/24γράμματα, 8) Φωνές της Σιωπής/Εντύποις, Διηγήματα Ο Χαμός του Γιώργη και άλλες ιστορίες/24γράμματα, και η έμμετρη θεατρική σάτιρα Τ’ Ανεμογκάστρι/Μπατσιούλας. Διηγήματά και ποιήματά του, έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς σε διάφορα περιοδικά και συλλογικές εκδόσεις. Έχει τιμηθεί με Β! Βραβείο Μυθιστορήματος, Γ! Βραβείο Θεατρικού έργου και Α! Έπαινο Ποίησης σε Πανελλήνιους Διαγωνισμούς. Είναι μέλος της Ε. Ελλ. Λογοτεχνών.

2 σκέψεις σχετικά με το “Αλέξανδρος Τσαγκαρέλλης | Το Πρώτο Ταξίδι

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s