Βιβή Κοψιδά – Βρεττού | Ο άνθρωπος και το ποδήλατο

Photo by Daniel Frank
Φωτογραφία: Daniel Frank

Ο άνθρωπος και το ποδήλατο

Πρώτη πράξη

Σκηνή πρώτη

Στην αρχή ήταν ο άνθρωπος
Στην αρχή ήταν και
Tο ποδήλατο καβαλίκευε
Ο άνθρωπος το ποδήλατο
Και πάνω κάτω περνούσε
Φορτωμένος βράχους
Καφάσια ζαρζαβατικά και
Ανάσα χολάτου περιβολιού
Μια νιότη φυσούσε στα
Αιμάτινα μηνίγγια του ποτέ
Δεν τη σκούπιζε συσπασμένοι
Θόρυβοι τροχοφόρου αγωνίας
Και πλόκαμοι βιοπάλης ως
Παραμυθιού αντιφώνηση

Σκηνή δεύτερη

Έπειτα ήρθε ο χρόνος
Σθεναρός επισκέπτης
Αιφνιδιάζει το θέρος
Εισορμά στη νεότη
Εντολή εκτοξεύει
Η ταχύτης εκπίπτει
Το ποδήλατο άσθμα
Φέρει του ασύδοτου
Κόκκινου ανέμου το δέος

Πράξη δεύτερη

Σκηνή πρώτη

Και ο άνθρωπος πάνω στο παλιωμένο πια ποδήλατο πιάνει την άκρη του δρόμου σχεδόν τσουρουφλίζεται στα θυμωμένα αγριαγκάθια των ρείθρων του δρόμου τα καφάσια ασταθή συνοδά του γερασμένου ιδρώτα του αργά-αργά γυρίζουν οι σκουριασμένες αντένες παρακολουθούν την άχαρη δημογραφία του ταχύτης ευθύγραμμη ομαλή u=ωR σκελετός ποδηλάτου σκελετός του ανθρώπου.

Σκηνή δεύτερη

Προϊόντος του χρόνου, προϊόντος του δρόμου… κεκυφώς ανθρωπάκος κατεβαίνει από το ποδήλατο αποθέτει στον παρελθόντα χρόνο τα αγροτικά του καφάσια συνοδοιπορεί άνθρωπος και ποδήλατο αναδεύονται αργά-αργά ελαχίστη πορεία ατέρμονος και πειθήνιου χρόνου το θέρος φέγγει ερήμην τους η χλωρίδα μαίνεται και πάλι ερήμην τους το κεφάλι σκυφτό ωμοπλάτη καμπύλη αστόχαστους αφουγκράζεται ήχους φιδοσέρνοντ’ οι δυο τους άνθρωπος που κρατάει ποδήλατο και ποδήλατο συνοδό του ανθρώπου καλημέρες στο βάτο τριβόλι στα καλάμια τ’ αχτένιστα στα μαλλιά του διαβόλου κει στην άκρη του ρείθρου σαν κωφεύει τη μέρα.

Πράξη Τρίτη

Σκηνή πρώτη

Ορθόστητη ως φωτός στήλη
Ελλοχεύει στις λαίμαργες
Καλοκαιριού αποχρώσεις
Πρέποντος στη νεότη
Καρυάτιδα κόρη εν κινήσει
Απαλού συριγμού του ανέμου
Πρωινό θάλλει σε στήθος
Έρωτα γόνιμου πολιτεία
Οι πόθοι
Τρέχει τώρα μαρς το ποδήλατο
Σαν το άνθος τον καρπό που
Λιμπίζεται και απλώνει
Το χέρι στη ζωή να σκιρτήσει

Σκηνή δεύτερη

Δεν την είδε
Δεν τον είδε
Χρόνοι άζηλοι
Που δεν συνορίζουν.

Πράξη τέταρτη (τελευταία)

Κι ένα άλλο ποδήλατο άυλο άσαρκο σαν του αναβάτη του τη βραχύβια μοίρα γαλουχείται με της μνήμης ώριμο παραμύθι πως κάποτε ήταν και ήταν κι αντρωθήκαν ρόδες εξαρτήματα νίκελ οπτασία στην Εδέμ της χλόης των πάρκων εδώ της σκόνης το βασίλειο που βρυχάται εναλλάξ με πηγές παραπόνου… Αργαλέον γήρας ἥβης ἄνθεα γίνεται ἁρπαλέα…

Θάνατοι κραταιοί ως η ζωή κραταιά…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s