Συνέντευξη | Νίκος Ρούσσος – Θοδωρής Δρούλιας: «Το όριο εκτός από σημείο διαχωρισμού είναι και το σημείο επαφής»

Ο Νίκος Ρούσσος και ο Θοδωρής Δρούλιας, οι ψυχολόγοι και συγγραφείς του βιβλίου «Σύμβολα του εαυτού – Εικόνες της ζωής» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άπαρσις, συζητούν με την Αλεξία Καλογεροπούλου στο Σαλόνι του BookSitting.

Συνέντευξη στην Αλεξία Καλογεροπούλου
alexia.kalogeropoulou@gmail.com

Ν. Ρούσσος_Θ. Δρούλιας
Νικόλαος Ρούσσος | Θοδωρής Δρούλιας

Σας καλωσορίζω στο BookSitting και σας ευχαριστώ εκ των προτέρων για τη συζήτηση που θα κάνουμε. Ξεκινώντας, θα ήθελα να σας ρωτήσω πώς γεννήθηκε η ιδέα γι’ αυτό το ιδιαίτερο βιβλίο που γράψατε με τίτλο «Σύμβολα του εαυτού – Εικόνες της ζωής»;

Ν.Ρ.: Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω και εγώ για την πρόσκλησή σας και για την ευκαιρία που μας δίνετε να μιλήσουμε για το βιβλίο. Με τον Θοδωρή είχαμε τη τύχη να μοιραστούμε κοινές εκπαιδευτικές διαδικασίες και εποπτείες με εξαιρετικούς ψυχοθεραπευτές σε μεθόδους που προέκριναν τη φαντασία ως το θεμέλιο της ψυχικής μας ζωής. Όταν με κάποιον αποκτάς κοινές εμπειρίες- όπως εμείς στη συναισθηματική καταιγίδα που ονομάζεται ψυχοθεραπεία- αποκτάς ταυτόχρονα και μια κοινή γλώσσα. Ένα ιδίωμα αν θέλετε. Το βιβλίο υπήρξε ο τρόπος να μεταφέρουμε σε συναδέλφους αλλά και γενικά σε κάθε ενδιαφερόμενο αυτό το ιδίωμα, ελπίζοντας πως θα βοηθήσει στον εμπλουτισμό των θεραπευτικών πόρων είτε ως εργαλείο είτε ως αντίληψη. Όπως ήδη γνωρίζετε, το βιβλίο μας είναι ένα παιχνίδι. Είναι επίσης ένα κάλεσμα στο παιχνίδι με τα πλάσματα της φαντασίας μας. Αυτή είναι άλλωστε και η  άποψή μας για το πώς πρέπει να είναι το θεραπευτικό πλαίσιο: η αλάνα που μας επιτρέπει να παίξουμε ανέμελα με τις εκδοχές του εαυτού μας.

Στο βιβλίο σας  ο αναγνώστης εντοπίζει συσχετισμούς τόσο με τις μελέτες του Γιουνγκ όσο και με τεχνικές της δραματοθεραπείας και της παιγνιοθεραπείας.  Υπάρχει όντως κάποια σχέση;

Ν.Ρ.: Προφανώς το βιβλίο μας ακολουθεί συγκεκριμένες θεωρητικές παραδόσεις με κυρίαρχη την επιρροή της Αναλυτικής Ψυχολογίας, αλλά και άλλων ψυχοδυναμικών και συστημικών προσεγγίσεων. Η ιδέα του παιχνιδιού με τις κάρτες δεν θα είχε γεννηθεί εάν δεν είχαμε εξοικειωθεί με τεχνικές όπως το Guided Affective Imagery ή Symbol drama και το Sandplay Therapy. Το πρώτο είναι μια βραχεία ψυχοθεραπευτική τεχνική που οδηγεί σε μια συναισθηματικά φορτισμένη συνάντηση με εσωτερικές φιγούρες, χρησιμοποιώντας την καθοδηγούμενη ονειροπόληση. Το δεύτερο αποτελεί θα λέγαμε μια γιουνγκιανή εκδοχή της παιγνιοθεραπείας που ωστόσο απευθύνεται και σε ενήλικες, επιτρέποντας στον ασθενή με τη χρήση της άμμου και συμβολικών μινιατούρων να κατασκευάσει μπροστά στα μάτια του μια αναπαράσταση των εσωτερικών του καταστάσεων. Κοινός παρονομαστής στις μεθόδους που αναφέραμε και στο παιχνίδι μας είναι η αξιοποίηση της ικανότητας του ανθρώπου να ονειρεύεται. Να μπορεί δηλαδή να μετατρέπει τα συμβάντα της ζωής σε ψυχικά γεγονότα.

book_cards_anaptygma_Layout 1Ποιος είναι ο στόχος του βιβλίου; Πώς χρησιμοποιούνται οι κάρτες και πώς μπορεί να ωφεληθεί ο αναγνώστης;

Ν.Ρ.: Αρχικά θα ευχόμασταν ο αναγνώστης να απολαύσει το περιεχόμενό του. Στο πρώτο μέρος προσπαθήσαμε να ιχνογραφήσουμε τη θεωρία μας. Στο δεύτερο περιγράφουμε τους τρόπους παιχνιδιού μέσα από παραδείγματα. Μοιάζει με το παραδοσιακό λογοτεχνικό είδος  της ψυχολογίας που στην επιστημονική διάλεκτο ονομάζουμε και case study. Το τρίτο μέρος είναι, ας πούμε, το«λεξικό» των καρτών μας. Για κάθε μία κάρτα ξεχωριστά έχουμε τολμήσει μια προσέγγιση, χρησιμοποιώντας την ερμηνευτική μέθοδο της Αναλυτικής Ψυχολογίας που ονομάζεται Amplification- δηλαδή την αναζήτηση και ανάδειξη των κοινών ονειροπολήσεων του είδους μας σε τυπικά ή συχνά χρησιμοποιούμενα σύμβολα. Δεύτερος στόχος είναι προφανώς η χρήση των καρτών και των παιχνιδιών που προτείνουμε. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί μέσα στο πλαίσιο μιας ψυχοθεραπευτικής διεργασίας αλλά και σαν ένα ήπιο εργαλείο αυτογνωσιακού διαλογισμού για το άτομο ή μια ομάδα ατόμων. Αυτό που συνιστούμε σε όσους αποφασίσουν να χρησιμοποιήσουν τις κάρτες, είναι να βρουν τον δικό τους τρόπο. Να ανακαλύψουν τα δικά τους παιχνίδια…

Ποια είναι τα μεγαλύτερα εμπόδια στην αυτογνωσία και γιατί είναι τόσο σημαντική;

Θ.Δ.: Μπορεί το μεγαλύτερο εμπόδιο να είναι και η ίδια η αίσθηση της σημαντικότητάς της. Δεν εννοούμε φυσικά πως πρόκειται για ασήμαντο πράγμα αλλά πως μπορεί κάποιες φορές να ορίζεται από την αίσθηση μιας δύναμης που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Ακόμα και ολομόναχος να έμενε κάποιος στον πλανήτη, αυτό που θα αντίκριζε όταν θα κοιτούσε «μέσα» θα ήταν συλλογικές ιστορίες και εκδοχές ανθρώπινης χαράς και πόνου που έχουν ειπωθεί ξανά και ξανά μέσα στην ιστορία. Δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει αυτογνωσία χωρίς τη γνώση του έξω. Περισσότερο θα λέγαμε πως εμπόδιο για την αυτογνωσία είναι η πεισματική πεποίθηση πως αρκεί ένας άνθρωπος να κοιτάξει «μέσα» και θα βρει έναν μοναδικό ιδιωτικό θησαυρό,  ενώ κολυμπάει ήδη μέσα σε έναν.  Αυτόν των συλλογικών εμπειριών και λύσεων.

Γράφετε στη σελίδα 22: «Οι κανόνες του παιχνιδιού δεν υπάρχουν για να περιορίσουν την ελευθερία μας, αλλά αντιθέτως για να μπορέσει το παιχνίδι να συνεχιστεί». Αυτό είναι κάτι που ισχύει και στη ζωή γενικότερα; Έχουμε ανάγκη τους κανόνες;

Ν.Ρ.: Οι κανόνες είναι ανθρώπινες επινοήσεις που συμπυκνώνουν γνώσεις από την εμπειρία του είδους μας στον πλανήτη. Είναι προτιμότερο όταν είμαστε νήπια κάποιος να μας πει να μη βάζουμε το χέρι μας στην πρίζα παρά να ανακαλύψουμε μόνοι μας το κίνδυνο. Αποτελούν, λοιπόν, εκδοχές της μέριμνας. Είναι χάρτες προσανατολισμού στις αναπτυξιακές μεταβάσεις και τα πολιτισμικά σταυροδρόμια. Αρκεί να θυμόμαστε βέβαια ότι ο χάρτης δεν είναι ο τόπος. Προφανώς χρειαζόμαστε τους κανόνες. Κανείς μπορεί να το διαγνώσει αυτό στην πολύ δημοφιλή συζήτηση για τα όρια. Αυτό που ξεχνάμε συχνά ωστόσο είναι ότι το όριο εκτός από σημείο διαχωρισμού είναι και το σημείο επαφής. Το όριο είναι, κατά μία έννοια, μια ερωτογενής ζώνη. Το σημείο που διαδραματίζεται η συνάντηση των ανθρώπων. Ο κανόνας μάς βοηθά να αναγνωρίζουμε τη διαφορετικότητα. Μα είναι ταυτόχρονα και το σημείο που μπορούμε να επανασυνδεθούμε με εκείνο που αναγνωρίσαμε ως διαφορετικό. Δεν είναι τυχαίο που στην Ελληνική Μυθολογία προστάτης των ορίων είναι ο Ερμής. Ένας θεός που οπωσδήποτε ξέρει καλά πώς να τα παραβιάζει. Μου άρεσε πάντα μια ψυχολογική συμβουλή: Οι γονείς «πρέπει» να βάζουν τα όρια, που τα παιδιά «πρέπει» να σπάσουν.

Τελικά χρειαζόμαστε όλοι τη δική μας μυθολογία; Ζούμε μέσα σ’ αυτήν και μέσα από αυτήν; Είναι το ζητούμενο η απομυθοποίηση της μυθολογίας μας, είναι κάτι ευεργετικό; Μέσω της ψυχοθεραπείας ξεφεύγουμε από την προσωπική μας μυθολογία ή μήπως απλώς αλλάζουμε την αφήγησή μας;

Θ.Δ.: Νομίζω πως όλα αυτά συνοψίζονται στην εμπειρία της κίνησης που φαίνεται να είναι απαραίτητη στα ανθρώπινα όντα. Οι μεταφορές, η σύνδεση του κόσμου όπως τον κατανοούμε με μύθους, ιστορίες άλλων, την τέχνη, μας ωθούν να μετακινούμαστε και να συντονιζόμαστε με τις αναπόφευκτες αλλαγές της ζωής. Η ακινησία μπορεί να γίνει πολύ επιβλαβής κυρίως επειδή δείχνει πως μια λύση έχει γίνει πασπαρτού, με αποτέλεσμα να έχει καταντήσει πρόβλημα. Η «απομυθοποίηση» είναι μια διφορούμενη έννοια την οποία, εγώ τουλάχιστον, καταλαβαίνω ως την διαδικασία κατά την οποία θα κατανοήσουμε πως δεν είμαστε οι ιδιοκτήτες ενός μύθου ή μιας ιστορίας ούτε οι παραγωγοί του. Ίσως να πρέπει να αποδεχτούμε πως είμαστε τα πολλά πρόσωπα των μύθων, πολλές πλευρές μας που πρωταγωνιστούν στις διάφορες εκδοχές τους. Το να πιστεύουμε πως σκαλίζουμε για πρώτη φορά τη σχέση μας με τον κόσμο μπορεί να φαίνεται ηρωικό και να οδηγεί σε ένα ορισμένο είδος αυτοπεποίθησης αλλά είναι απίστευτα μοναχικό. Όταν βιώσουμε πως όλα αυτά δε συμβαίνουν για πρώτη φορά σε εμάς, αλλά έχουν προκύψει και άλλες φορές στην ιστορία της ανθρώπινης περιπέτειας, μπορεί η αυτοπεποίθησή μας να υποστεί πλήγμα αλλά τουλάχιστον δε θα είμαστε πια μόνοι.

Τι είναι αυτό που ονομάζουμε «η αλήθεια μου»;

Θ.Δ.: Κάποτε, είχα δει έναν τυφλό να προσπαθεί να βρει τον δρόμο του μέσα σε έναν από τους αφιλόξενους δρόμους της Αθήνας. Δε μπορούσα να μην τον παρατηρήσω καθώς ήμουν μέσα στο αυτοκίνητό μου και αυτός βρισκόταν στη μέση, εφόσον τα πεζοδρόμια ήταν κατειλημμένα από παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Η ηρωική του προσπάθεια ήταν συγκινητική όσο και άβολη. Φανταζόμουν πως αν βρισκόταν σε μια πιο φιλόξενη για τους τυφλούς πόλη, μπορεί να μη χρειαζόταν ούτε καν το μπαστούνι του, με το οποίο τώρα με εκπληκτική επιμονή και δεξιότητα φαινόταν να χτυπάει τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα ώστε να μπορέσει να μετακινηθεί. Δεν αμφιβάλλω πως είχε ακονίσει τις δεξιότητές του στη μετακίνηση αλλά είμαι σίγουρος πως αν ο κόσμος ήταν πιο φιλόξενος γι’ αυτόν, δεν θα τον είχα καν παρατηρήσει και πιθανότατα θα ήταν πιο ευτυχισμένος. Ελπίζω αυτό να απαντά στην ερώτησή σας.

Έχουμε συνηθίσει να ακούμε και να διαβάζουμε έντονη αρνητική κριτική για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (social media).Μου έκανε εντύπωση η αναφορά σας σε αυτά ως μια ανάγκη για να ζήσει κανείς σε έναν άλλο κόσμο, ως ένα παιχνίδι. Πείτε μας δυο λόγια γι’ αυτό.

Ν.Ρ.: Ο Jung μάς έχει αφήσει την περίφημη φράση «σε ότι αντιστέκεσαι, αυτό επιμένει» (what you resist, persists). Μας έμαθε επίσης πως το ίδιο το σύμπτωμα είναι ταυτόχρονα και μια απόπειρα θεραπείας. Μια διαμαρτυρία αν θέλετε για πλευρές της εμπειρίας μας που δεν έχουν συνειδητοποιηθεί. Επίσης μου έρχεται στο νου η φράση του James Hillman: «Φυσικά και είμαι σε μια απελπισμένη ναρκισσιστική ανάγκη… επειδή ο κόσμος χωρίς ψυχή δε μπορεί να προσφέρει οικειότητα, δε μπορεί να επιστρέψει το βλέμμα μου, δε μπορεί να με κοιτάξει ελκυστικά, με ευγνωμοσύνη…». Με όλα αυτά υπόψιν προτιμήσαμε, αντί να καταγγείλουμε την εμμονή μας με τα κινητά και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, να αναγνωρίσουμε σε αυτή μια πελώρια δίψα. Μια δίψα για τη φαντασία και την δημιουργική διασύνδεση με το περιβάλλον μας, ανθρώπινο και μη. Μια δίψα για το υπερβατικό ως τον προνομιακό τόπο σύνθεσης των άλυτων αντιφάσεών μας. Μια πείνα για κάτι που να μην είναι ωμά κυριολεκτικό. Βεβαίως, όπως είναι σύνηθες, το σύμπτωμα αποτυγχάνει στο στόχο του. Παρόλα αυτά, και νομίζω ότι συμφωνεί ο Θοδωρής πως τις περισσότερες φορές είναι σοφό να φερόμαστε με ευγένεια στα συμπτώματά μας. Ίσως έτσι το κάνουμε ευκολότερο να μας μιλήσουν και αυτά με τρόπο που να κατανοούμε.

Μπορεί τελικά να είναι ποτέ ευτυχισμένος ένας άνθρωπος; Ή πάντα αναζητά κάτι που δεν έχει, ένα άλλο νόημα, έναν άλλο εαυτό;

Θ.Δ.: Παραφράζοντας τον J. Weakland: Όταν είσαι δυστυχής, η ζωή είναι το ίδιο καταραμένο πράγμα ξανά και ξανά. Όταν είσαι ευτυχής, η ζωή είναι το ένα καταραμένο πράγμα μετά το άλλο.

Αναφέρετε στο βιβλίο σας ότι ο κόσμος είναι ταυτόσημος με τον εαυτό. Θα θέλατε να μας αναλύσετε περαιτέρω τη σκέψη σας;

Θ.Δ.: Ο Εαυτός για τον Jung είναι φυσικά ένα αρχέτυπο. Αυτό σημαίνει πως είναι «μια δυνατότητα για». Οι δυνατότητες που πραγματικά εμφανίζονται είναι κοινό κτήμα όλης της ανθρωπότητας ή, αν θέλετε, είναι δημόσια αγαθά. Αυτό κάνει πολύ δύσκολο τον διαχωρισμό του «έξω» και του «μέσα». Ακόμα και ο τρόπος που θα κάτσουμε σε ένα παγκάκι σε ένα δημόσιο χώρο θα ήταν δύσκολο να οριστεί τι είδους εμπειρία είναι. Αφορά όλες τις δυνατές εκδοχές των σχέσεων που ο κόσμος μας προσφέρει. Το «μέσα» και το «έξω» αρχίζουν και παίρνουν νόημα μόνο αν τα κοιτάξουμε από έναν ρευστό και δημιουργικό  ενδιάμεσο χώρο όπου συναντιόμαστε με τον άλλο, με το είδος της σχέσης που αναπτύσσουμε. Με το είδος της σχέσης που έχουμε με τις ίδιες τις εικόνες μας, που είναι δύσκολο να οριστεί αν είναι ιδιωτικές ή δημόσιες. Όταν αφεθούμε στην πολυσημία του συμβόλου που μπορεί να εμφανιστεί με ένα απελευθερωτικό «σαν να» που θα μπορούσε να μας κάνει να νιώσουμε πως το «μέσα» άλλαξε. Δεν είναι τυχαίο ίσως, που οι πρώτες κατοικίες που γνωρίζουμε, όπως τα σπήλαια Lascaux, είναι γεμάτα με τοιχογραφίες που απεικονίζουν το έξω: ζώα, σκηνές κυνηγιού. Μπορεί οι άνθρωποι που κατοικούσαν εκεί, να προσπαθούσαν να θυμούνται, ανά πάσα ώρα και στιγμή πού ανήκουν. Είτε η σπηλιά υπήρξε κατοικία είτε τελετουργικός χώρος, είναι προφανές πως από τότε ψυχανεμιζόμασταν πως το «μέσα» και το «έξω» δεν είναι και τόσο διαφορετικά όσο νομίζουμε. Το άγγιγμα στους τοίχους θα αποτελούσε μάλλον μια χειρονομία ευγνωμοσύνης προς τον κόσμο, μια επιβεβαίωση πως κι εμείς νιώσαμε το άγγιγμά του.

Γιατί συνήθως δεν μας αρέσει ο εαυτός μας;

Ν.Ρ.: Ευτυχώς ίσως που δεν μας αρέσει. Αν συνέβαινε μονίμως αυτό, μάλλον θα ήμασταν τέρατα. Σε ένα βαθμό είναι αναγκαίο να μη μας αρέσει ο εαυτός μας για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι διότι η δυσφορία που μας προκαλεί- η «ασχήμια» του, μας ωθεί σε μια επαναδιαπραγμάτευση της σχέσης μας μαζί του, οδηγώντας στη δημιουργικότητα. Μας αναγκάζει να ξαναφανταστούμε τον εαυτό μας και μοιραία τον κόσμο. Ο δεύτερος είναι πως η «ασχήμια» μας- αλλιώς η έλλειψή μας, ίσως μας οδηγήσει να αναζητούμε την ομορφιά έξω από εμάς, κάνοντας επιθυμητές και εφικτές τις σχέσεις. Η αυτοπεποίθηση είναι ένα εξαιρετικά σύνθετο φαινόμενο. Είναι ένα παιχνίδι διαρκώς μετακινούμενων ισορροπιών, ας πούμε ανάμεσα στη φαντασίωση του ιδανικού μας εαυτού, στον τρόπο που ερμηνεύουμε τα πραγματικά επιτεύγματά μας, στην αίσθηση της αρμονίας με το περιβάλλον μας, τον ψυχικό μηχανισμό υποδοχής της πραγματικότητας που διαθέτουμε και τόσα πολλά άλλα. Καταλήγοντας, θα έλεγα πως η υποκειμενική αίσθηση ότι δεν μας αρέσει ο εαυτός μας, είναι μάλλον το προϊόν της δυσφορίας μας για τη ζωή. Αντανακλά και τη ρεαλιστική αναγνώριση πως είναι αδύνατο να μη πονάμε. Η δυσφορία για τον εαυτό, όταν δεν μας καταδιώκει, μπορεί να βαθύνει την ενσυναίσθηση για εμάς και τους άλλους.

Τι μας εγκλωβίζει στη ζωή; Μπορούμε να ελευθερωθούμε;

Ν.Ρ.: Οι άνθρωποι νομίζω ότι διαρκώς αναζητάμε δοχεία ώστε να πάρει μορφή η ζωντάνια μας. Βοηθούν να γίνει ορατή και κατανοητή από εμάς και τους άλλους. Δίνουν θα λέγαμε ανθρώπινη μορφή στην «πρωτεϊκή» της φύση. Εξασφαλίζουν επίσης πως δεν θα «χυθεί» στο κενό- ο Winnicott το ονόμασε φόβο κατάρρευσης. Τέτοια δοχεία είναι οπωσδήποτε οι σχέσεις μας, η εργασία μας, η ιδεολογία, οι ρόλοι, οι κοινωνικές ομάδες στις οποίες ανήκουμε κτλ. Λειτουργούν καλά όταν προσφέρουν ικανοποιητικό καταφύγιο στη ζωντάνια μας. Όταν φιλοξενούν τις διαρκείς της μεταμορφώσεις. Μας εγκλωβίζουν όταν την αιχμαλωτίζουν σε ακινησία. Όταν ο φόβος και το συνεπαγόμενο μίσος κάνει το δοχείο όλο και πιο μικρό, όλο και πιο ομοιόμορφο. Συνεπώς η ελευθερία στην οποία αναφέρεστε, υποθέτω πως επιτυγχάνεται όταν σχετιζόμαστε με ένα ευέλικτο, ασφαλές, με ικανότητα για ενσυναίσθηση και φαντασία δοχείο. Δεν μπορώ να φανταστώ καλύτερο από μια ανθρώπινη σχέση.

Γράφετε στο βιβλίο σας ότι δεν γεμίζει «το μέσα μας» με τη διεκπεραίωση των υποχρεώσεων που αφορούν την επιβίωση. Χρειάζεται κάτι άλλο. Ίσως εδώ υπεισέρχεται ένας από τους ρόλους της τέχνης; Και γιατί συμβαίνει αυτό;

Θ.Δ.: Όταν πεινάμε, είναι προφανές πως το φαγητό είναι η μοναδική λύση. Όμως το «ανθρώπινο» δε ζει εκεί. Ζει στους τρόπους με τους οποίους εξασφαλίζεται η τροφή, οτιδήποτε και αν σημαίνει αυτό. Μπορούμε να εξασφαλίσουμε την τροφή μας γινόμενοι ζητιάνοι, μωρά, υπάλληλοι, παράσιτα, αφεντικά, κλέφτες, επαναστάτες. Δεν τρώμε πλέον, «παίρνουμε τροφή». Κάποιες φορές ο τρόπος που παίρνουμε τροφή υπακούει σε μια εξαντλητική δίαιτα που αφήνει πεινασμένες πολλές πλευρές μας που δεν είναι και απίθανο να πέσουν να μας φάνε. Ή δεν δεχόμαστε καθόλου την τροφή που έχουν να προσφέρουν με αποτέλεσμα να μείνουμε μόνοι, στο τραπέζι της παντοδυναμίας μας, τρώγοντας τα ίδια και τα ίδια. Η ποικιλία είναι σίγουρα κάτι που μας χρειάζεται αλλά δε μπορούμε να αγνοήσουμε φυσικά την επιθυμία μας για σταθερότητα. Η τέχνη, ούτως η άλλως κατά την γνώμη μου, είναι η απόλαυση του ενδιάμεσου χώρου όπου γεννιέται το ανθρώπινο.

Ποιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που καλείται να αντιμετωπίσει ο σύγχρονος άνθρωπος, κατά τη γνώμη σας;

Θ.Δ.: Ίσως η πόθος μας για σαφήνεια να δημιουργεί τον κίνδυνο να σκλαβωθούμε από την κυριολεξία. Κατά μια έννοια έχουμε να αντιμετωπίσουμε την οργή των Θεών επειδή κατάλαβαν πως ξεχάσαμε να τους πλέκουμε ιστορίες. Και μας έγιναν ασθένειες.

Τι θα συμβουλεύατε κάποιον για να ζήσει έναν ωραίο βίο, για να κατακτήσει το «ευ ζην»;

Ν.Ρ.: Θα τον συμβούλευα να προσέχει πολύ τις συμβουλές. Ο Jung έλεγε πονηρά: «το παπούτσι που ταιριάζει σε κάποιον, στενεύει κάποιον άλλο». Ωστόσο είμαι οπωσδήποτε ανοιχτός στην ιδέα να ακούσω μια καλή συμβουλή. Αν πετύχει, θα είμαι τυχερός. Αν αποτύχει, σοφότερος.

Λίγα λόγια για τους συγγραφείς

Ο Νίκος Ρούσσος είναι ψυχολόγος και ζει στη Ζάκυνθο. Εργάζεται σε κοινοτικές δομές ψυχικής υγείας και στο ιδιωτικό του γραφείο. Έχει εκπαιδευτεί στις τεχνικές του Συμβολοδράματος και του Sandplay Therapy. Είναι επίσης μέλος του Ελληνικού Συλλόγου Μελέτης της Αναλυτικής Ψυχολογίας. Έχει εκδώσει το βιβλίο «Το Παντοπωλείο» και αρθρογραφεί στη σελίδα innerself.gr

Ο Θοδωρής Δρούλιας είναι ψυχολόγος και ζει στην Αθήνα. Έχει εργαστεί για χρόνια σε κοινοτικές δομές ψυχικής υγείας όπως και στο ιδιωτικό του γραφείο. Έχει εκπαιδευτεί στη Συστημική Θεραπεία και πραγματοποιεί σεμινάρια για ψυχολόγους παιδαγωγούς και γονείς σε συνεργασία με το Εργαστήρι Συστημικής Ψυχολογίας και Παιδαγωγικής-Ροδάκινο. Αρθρογραφεί στο innerself.gr

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s