Νεκτάριος Μπέσης | Μια σιωπηλή ιστορία

Dương Nhân
Φωτογραφία: Dương Nhân

Μια σιωπηλή ιστορία

Πριν από πολλά χρόνια, σε μια μακρινή χώρα, συνέβη αυτό που θα σας πω, αυτή η ιστορία, σε μια πόλη με ανθρώπους ολιγόψυχους, που μιλούσαν άσχημα, για οτιδήποτε θύμιζε αγάπη, επειδή εδώ και πολύ καιρό, η αγάπη είχε εγκαταλείψει αυτή την πόλη. Κάνεις δεν ήταν ευτυχισμένος και όλοι έκαναν μόνο ό,τι ήταν απαραίτητο για την επιβίωσή τους, όπως ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας, ο οποίος έκανε μια βόλτα στην προβλήτα του λιμανιού μόνος του, σε μια προσπάθεια να καθαρίσει και να βάλει σε τάξη το μυαλό του. Περνούσε έξω από ένα πλοίο. Μέσα υπήρχαν άνθρωποι που γλεντοκοπούσαν, φαινόντουσαν ευτυχισμένοι.

Ο αέρας φυσούσε δυνατά και κάθε τόσο κοιτούσε, μία τα κύματα, μία τα σύννεφα.

Σύνηθες φαινόμενο η κακοκαιρία σε αυτά τα μέρη, αντικατοπτρίζει τον ψυχισμό των κατοίκων. Μια αιώνια κατάρα που δεν είχε τέλος, ακόμα και όταν έβγαινε ο ήλιος για λίγη ώρα, μόλις άρχιζε να ζεσταίνει, αμέσως, σαν να υπήρχε μια μυστική συμφωνία της φύσης και της διάθεσης των ανθρώπων, πυκνή συννεφιά τον περιτριγύριζε και έριχνε παντού ένα καταθλιπτικό σκοτάδι.

Έτσι και εκείνη τη μέρα, περπατούσε στην σκιά, όταν ξαφνικά συνέβη κάτι.

Ο ήλιος ξεπροβάλει για λίγο, αρκετά ώστε να παρατηρήσει μια γυναικεία φιγούρα με ένα μαύρο φόρεμα να κάθεται στο πεζούλι του φάρου του λιμανιού.

Ήταν άραγε αυτή;

Πλησιάζει αργά και κοιτάζει παράλληλα την γνώριμη σιλουέτα, με τα χέρια ακουμπισμένα στο πηγούνι, να κοιτάζει τα κύματα, σαν ένα κάστρο που βλέπει τις ορδές των εχθρών να πλησιάζουν και να γκρεμίζονται στα τείχη του, σαν ένα αρπακτικό που βλέπει τα θηράματά του άπραγο, να περνούν γύρω του σε κοπάδια.

Στέκεται δίπλα της κοιτώντας προς την ίδια κατεύθυνση, ίσως η μόνη φορά που συνέβαινε αυτό, συνήθιζαν να βρίσκονται σε αντίπαλη θέση, απέναντι, καλά οχυρωμένοι στον εαυτό τους.

Αυτή έσκυψε το κεφάλι για λίγη ώρα και μετά κάρφωσε το βλέμμα της στο πρόσωπό του, ένα πρόσωπο απρόσβλητο, μια μάσκα, ένας καθρέφτης, ένα παράθυρο που ανοίγει για λίγο, όσο χρειάζεται για να πάρει δύναμη ώστε να κλείσει, αφήνοντας πίσω του έναν δυνατό ήχο και μετά, σιωπή.

Εκείνη τη στιγμή, ξαφνικά αυτή χαμογελάει, αρκετά ώστε να ανοίξει πάλι το παράθυρο, αποκαλύπτοντας το χαμόγελό του.

Τα σύννεφα συνέχισαν το ταξίδι τους αφήνοντας ένα κενό από όπου ο ήλιος έπεσε πάνω στα πρόσωπά τους.

Πλησίασαν δειλά και άρχισαν να φιλιούνται. Αυτό κράτησε πολύ. Αρκετά για να φύγουν τα κύματα και να σταματήσει ο αέρας να φυσάει.

Ένιωθαν τόσο όμορφα, που φοβόντουσαν να μιλήσουν, μήπως και χαλάσουν αυτή τη στιγμή. Έτρεμαν στην ιδέα ότι μια και μόνο λέξη θα μπορούσε να διαταράξει την ισορροπία όλου του σύμπαντος, μια φάλτσα νότα στο συμπαντικό πεντάγραμμο, μια καταστρεπτική νότα που θα αντέστρεφε αυτή τη γλυκιά μελωδία, με την οποία είχαν μεθύσει.

Ήταν ό,τι πιο όμορφο είχαν νιώσει ποτέ στην ζωή τους, τίποτα δεν μπορούσε να το αλλάξει αυτό, όπως και το συναίσθημα ότι αυτό θα κρατήσει για πάντα.

Λίγο πιο πέρα, μέσα σε έναν ακίνητο όχλο, ακούγεται η λέξη φωτιά, ανάμεσα από ένα συνονθύλευμα φωνών, γύρισαν και είδαν το πλοίο, που γινόταν η γιορτή, να καίγεται. Στην προβλήτα υπήρχαν πολλοί άνθρωποι οι οποίοι έλεγαν πως μέσα στο πλοίο υπήρχε κάποιος, κάποιοι, κανείς δεν ήξερε με σιγουριά.

Έτρεξαν να δουν τι συμβαίνει, ένας μαύρος καπνός έφτανε μέχρι τον ουρανό.

Κανείς δεν έκανε τίποτα, ίσως γιατί δεν μπορούσαν.

Το κορίτσι έπεσε στη θάλασσα και σκαρφάλωσε στο πλοίο, έπεσε και αυτός, αλλά δεν μπορούσε να ανέβει, γιατί σύντομα οι φλόγες τύλιξαν το μοναδικό σημείο αναρρίχησης που υπήρχε. Έμεινε μέσα στην θάλασσα άπραγος, σαν τον κόσμο στην προβλήτα, αποσβολωμένος. Ένιωθε το κρύο νερό σαν εκατομμύρια καρφίτσες που τρυπούσαν παλινδρομικά το σώμα του, αλλά δεν τον ένοιαζε, έμεινε εκεί.

Όλοι περίμεναν, σαν ένα κοινό που βλέπει μια καταστροφή, σαν μια τραγωδία που συμβαίνει πάντα σε κάποιον άλλο,θεατές ενός κακού συμβάντος.

Η καταπακτή του πλοίου ανοίγει ξαφνικά και βγαίνει το κορίτσι τραβώντας ένα άλλο κορίτσι που είχε χάσει της αισθήσεις του, την έσπρωξε μέχρι που έπεσε στην θάλασσα ώστε να την σώσει ο αγαπημένος της και η ίδια τυλίχτηκε στις φλόγες μαζί με το μαύρο της φόρεμα.

Αυτός έβγαλε το κορίτσι στην προβλήτα.

Το πλοίο άρχισε να βυθίζεται και τα κύματα να μεγαλώνουν, ο αέρας άρχισε να δυναμώνει και να γίνεται όλο και πιο κρύος, ενώ έσπρωχνε τα σύννεφα μέχρι που κάλυψαν τελείως τον ήλιο.

Δεν μπορούσε να πιστέψει τι είχε συμβεί. Το κορίτσι μόλις ανέκτησε τις αισθήσεις του πλήρως, σηκώθηκε και πρόσεξε δάκρυα που κατρακυλούσαν από τα μάτια του.

Του χαμογέλασε, αλλά αυτός δεν ανταπέδωσε το χαμόγελο εκείνη τη στιγμή ούτε αργότερα, ποτέ σε κανέναν, ποτέ για όσο έζησε, μέσα στην σιωπή, χωρίς να διηγηθεί ποτέ αυτή την ιστορία σε κανέναν, συνέχισε να ζει σε αυτή την πόλη που βρίσκεται σε μια μακρινή χώρα, με τους ολιγόψυχους κατοίκους της, που τους είχε εγκαταλείψει η αγάπη, πριν από πολλά χρόνια.


*O Νεκτάριος Μπέσης γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται. Έχει εκδώσει τις συλλογές «Η ορχήστρα του δάσους (2017) και «Καταστρέφοντας τα χρώματα της νύχτας (2018)» Εκδόσεις 24 γράμματα. Ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε διάφορες ποιητικές ανθολογίες.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s