Ολυμπία Θεοδοσίου | Σύντομο ταξίδι

Car-Travel

Σύντομο ταξίδι

Τώρα που η ζωή μου μπήκε ξανά στις ράγες της και μπορώ πια και απολαμβάνω την μπονάτσα του αέναου ταξιδιού, θα ήθελα να σας μιλήσω για κάτι που συνέβη πριν ακριβώς ένα χρόνο. Τότε στα πρώτα μου βήματα, τα οποία ομολογώ ήταν αρκετά δύσκολα διότι τα ροδάκια που μου είχαν τοποθετήσει στο κάτω μέρος μπορεί μεν να βοηθούσαν τον ταξιδιώτη να με κουβαλήσει, αλλά εμένα με βασάνιζαν διότι σε κάθε μικρή λακκούβα τρανταζόμουν ολόκληρη. Η ιδιοκτήτριά μου τότε με είχε αγοράσει από ένα κατάστημα στη οδό Μητροπόλεως, από την πρώτη στιγμή της κέντρισε το ενδιαφέρον το κόκκινο γυαλιστερό μου χρώμα με τις μαύρες λωρίδες, οι οποίες έντυναν διακριτικά τις δύο μου επιφάνειες. Ήμουν φτιαγμένη από ανθεκτικό υλικό, έτσι η αψεγάδιαστη θωριά μου έδινε τρία χρόνια εγγύηση στον αγοραστή. Μόλις άκουσε την συγκεκριμένη πληροφορία η Σοφία από το στόμα της πωλήτριας, έπεσε και το τελευταίο κάστρο των ενδοιασμών που είχε για μένα, κι έτσι δίνοντας εκείνο το πλαστικό πραγματάκι που μετά έμαθα πως λέγεται χρεωστική κάρτα με έκανε δική της. Το μυαλό μου αμέσως άρχισε να ταξιδεύει σε παραδεισένιους προορισμούς, σε κοσμοπολίτικες πρωτεύουσες ήδη οσμιζόμουν την πικάντικη αύρα της Άπω Ανατολής, βέβαια όλες αυτές οι ονειρικές σκέψεις σβήστηκαν αμέσως από τον καμβά του νεανικού μυαλού μου, μόλις άκουσα την Σοφία να λέει στο τηλέφωνο πως τα πάντα ήταν έτοιμα για την εξόρμηση του Σαββατοκύριακου σε κάποιο ορεινό χωριό της Τρίπολης. Δεν έχω κάτι με την ελληνική επαρχία, αντιθέτως μου αρέσει πολύ να γεύομαι τα αρώματά της αλλά, καταλαβαίνετε, σαν νέα κι εγώ ήθελα να πετάξω στα σύννεφα με ένα αεροπλάνο.

Μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι της Σοφίας, το οποίο βρισκόταν κοντά στο Θησείο, θαύμασα κι εγώ με την σειρά μου την Ακρόπολη. Όταν ήμουν στο μαγαζί έμπαιναν αρκετοί τουρίστες μέσα και ζητούσαν πληροφορίες για το πώς θα έφταναν στον Ιερό Βράχο. Εγώ τότε είχα πλήρη άγνοια και νόμιζα πως η Ακρόπολη βρισκόταν μίλια μακριά. Τώρα βέβαια σκέφτομαι πόσο αφελής ήμουν. Αφού περάσαμε μπροστά και από αρκετά καφέ, στα οποία ο κόσμος απολάμβανε κάθε λογής χαρμάνι, βγήκαμε σε μία αδιέξοδο στο τέλος της οποίας έστεκε γεμάτο αυτοπεποίθηση το νεοκλασικό σπίτι της Σοφίας. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν το μικροσκοπικό του μπαλκόνι στον επάνω όροφο, το οποίο με το ζόρι χωρούσε έναν άνθρωπο, αλλά στον τοίχο του η νέα μου ιδιοκτήτρια είχε κρεμάσει πολύχρωμες πήλινες γλάστρες τα άνθη των οποίων έμοιαζαν με λιλιπούτειους ήρωες που προσπαθούσαν να κερδίσουν την καλύτερη θέση στην μάχη του τοίχου. Μόλις μπήκαμε στο εσωτερικό της κατοικίας μπορώ να πω ότι με ενθουσίασαν τα πάντα, αλλά αυτό που με έκανε να πετάξω από την χαρά μου ήταν ότι κι εγώ από εδώ και πέρα θα άνηκα κάπου. Η Σοφία με εναπόθεσε ευλαβικά σε μία άκρη του υπνοδωματίου της και πήγε να ετοιμάσει κάτι για να φάει, αφού σύμφωνα με τα λεγόμενά της είχε πεθάνει από την πείνα μετά τον πρωινό περίπατο στα μαγαζιά. Εμένα βέβαια με έτρωγε η περιέργεια για να μάθω εάν έμεναν και άλλοι άνθρωποι στο σπίτι. Όμως όσο η ώρα περνούσε και δεν εμφανιζόταν κανείς, κατάλαβα πως η Σοφία κι εγώ ήμασταν τα μόνα έμψυχα όντα του σπιτιού. Αφού με είχε φάει η μοναξιά άρχισα να κοιτάζω τις φωτογραφίες που διακοσμούσαν την βιβλιοθήκη της και τότε διαπίστωσα πως σε όλες υπήρχε ένας μελαχρινός άντρας, ο οποίος έστεκε δίπλα στην Σοφία και την κοιτούσε με τρυφερότητα και αγάπη. Πάνω που έβγαζα λοιπόν τα συμπεράσματά μου για το ποιος μπορεί να ήταν εκείνος ο άντρας, μπήκε στο δωμάτιο η νεαρή γυναίκα και αφού πρώτα άνοιξε την ντουλάπα κι έβγαλε μερικά ρούχα, με πήρε από την γωνία που με είχε αφήσει, άνοιξε το φερμουάρ μου και τοποθέτησε μέσα μου με μεγάλη προσοχή τις αλλαξιές που είχε ετοιμάσει για το ταξίδι. Από τον μικρό όγκο των ρούχων κατάλαβα πως η εκδρομή μας θα διαρκούσε λίγο, εμένα όμως δεν με ένοιαξε, το μόνο που ήθελα ήταν να αλλάξω παραστάσεις. Έτσι την επόμενη μέρα η Σοφία με τοποθέτησε στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου της και ξεκινήσαμε αχάραγα ακόμα για τον προορισμό μας. Ήταν ευδιάθετη, οποιοδήποτε τραγούδι έπαιζε το ραδιόφωνο, εκείνη το σιγοτραγουδούσε. Μόλις αφήσαμε την εθνική οδό χτύπησε το κινητό της τηλέφωνο και αυτό που μπόρεσα να ακούσω μέσα από τον άβολο και καταθλιπτικό χώρο στον οποίο βρισκόμουν ήταν: «Σε λίγο φτάνω αγάπη μου».

Ο επαρχιακός δρόμος είχε αρκετές στροφές, εγώ ένιωθα σαν βάρκα που την σφυροκοπούν τα κύματα, ευτυχώς που δεν ζαλίζομαι εύκολα. Εκεί μέσα στην χερσαία θαλασσοταραχή ακούω ένα δυνατό σφύριγμα, το οποίο διαδέχτηκε ένα απότομο φρενάρισμα που μου ανακάτεψε τα σωθικά, τα ρούχα και τα καλλυντικά πρέπει να έγιναν ένα και στο τέλος ξεκίνησε μία κάθοδος που έλαβε τέλος όταν πέσαμε επάνω σε κάποια δέντρα, το συμπέρασμα το έβγαλα μόλις είδα κάποια μυτερά κλαδιά να σπάνε το τζάμι του πορτμπαγκάζ. Έπεσε σιωπή ήθελα να ουρλιάξω για να έρθει κάποιος να μας βοηθήσει, άρχισε να σουρουπώνει φοβήθηκα πως θα γινόμασταν βορά άγριων ζώων. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε μέχρι να ακουστούν οι πρώτες σειρήνες, εμένα πάντως μου φάνηκε αιώνας. Όσο δεν άκουγα την Σοφία τόσο ανησυχούσα και οι φόβοι μου επιβεβαιώθηκαν, όταν μια αντρική φωνή είπε με στόμφο: «Κύριε σας είπα μην πλησιάζεται είναι νεκρή».

Πόσο σύντομο ήταν το ταξίδι της σκέφτηκα.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s