Βιβή Κοψιδά-Βρεττού | Closed

Δεν ήταν η πρώτη φορά. Το ταμπελάκι με καλλιγραφία παλιάς εποχής τις Κυριακές έδειχνε αργία. Closed. Κλειστό. Κατεβασμένα τα ρολά, οι καρέκλες έξω μοναχικές χωρίς τα αναπαυτικά μαξιλαράκια και τα σκουρόχρωμα ριχτάρια. Το ήξεραν αυτό οι ψαγμένοι θαμώνες του και δεν το ενοχλούσαν ποτέ τις χειμωνιάτικες Κυριακές. Αν και δεν ένιωθαν ιδιαίτερα ευχαριστημένοι με την παλιακιά τάξη του ιδιοκτήτη. Ήθελαν τον καφέ τους και την Κυριακή, ή μάλλον προπάντων την Κυριακή, τις παρεούλες μόνιμες να λένε τις ίδιες σχεδόν κάθε μέρα κουβέντες, πολιτικές εκτιμήσεις, τον καιρό και τα μικροκουτσομπολιά –της πόλης και της τηλεόρασης. και να χαίρονται τα παράξενα των ανθρώπων που περνούσαν –παρέλαση πλουμιστή-από μπροστά τους.

Απόψε, βραδάκι ήπιου φθινόπωρου, Closed. Όχι μόνο το Art-café. Ολόκληρη η πόλη Closed. Ψυχή ζώσα πουθενά. Η κεντρική αγορά κλειστή. Τα σπίτια κλειστά. Τα μαγαζιά κλειστά. Όχι, ακριβώς. Δεν πρέπει μέρες που είναι να λέμε υπερβολές ή ανακρίβειες. Ήταν ανοιχτό το περίπτερο. αλλά πουθενά πελάτης. Κι ένα εκκλησάκι λυόμενο, πρόχειρα στημένο σε μικρή τσιμεντένια πλατεία, λόγω επισκευής του Ιερού Ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, που ως φαίνεται θα τραβήξει σε μάκρος. Η μόνη ζωή. τ’αναμμένα πολλά κεράκια στα μανουάλια, πότε και από ποιον δεν γνωρίζω-θαύμα της Αχειροποιήτου κι αυτά. Και κάτι ακόμα ζωντανό. Μια γατούλα. Ξαπλωμένη τεμπέλικα δίπλα από τις άνεργες καρέκλες του μεζεδοπωλείου, εθισμένη στην ανάμνηση της μυρωδιάς των παλιών, καλών ημερών. Τ’ αδέσποτα σκυλιά, που μαχμουρλίδικα κείτονταν στη μέση στο παζάρι κάθε βράδυ, άφαντα κι αυτά.

Ζωντανή ωστόσο η μέριμνα για τον άφαντο άνθρωπο. Γι’ αυτόν που είχε τρυπώσει στο σπίτι του σύμφωνα με τις τελευταίες εντολές: Ολικό lockdown – λουκέτο σε όλη την επικράτεια. Τα κεφάλια μέσα, λοιπόν. Περιορισμός στις εξόδους και μόνον για λόγους ανωτέρας βίας. Με «φύλλο πορείας» ή sms που θα ενέκρινε την έξοδο, αστυνομική ταυτότητα και βέβαια το απαραίτητο αξεσουάρ εκείνων των παράξενων ημερών. Τη μάσκα. Με ειδικό φίλτρο στην αρχή, τριών στρωμάτων φαρμακευτική μάσκα προστασίας, μιας χρήσης κ.λ.π., σύμφωνα πάλι με τις αυστηρές άνωθεν οδηγίες. Να καλύπτει το στόμα και τη μύτη. Όρος απαράβατος για «απόλυτη προστασία»! Κλείνεις το στόμα και τη μύτη-είσαι απόλυτα ασφαλής. Κι όχι μόνον εσύ. Και οι άλλοι… Αργότερα βέβαια, και καθώς όλα συνηθίζονται ή απλουστεύονται στη σκέψη ή γεννούν υποψίες και αντιστάσεις, άρχισαν οι «αταξίες» και η γκρίνια. Η μάσκα έγινε πολλαπλών χρήσεων, έγινε υφασμάτινη, με σχέδια και χρώματα. με λίγα λόγια η μάσκα έγινε μόδα και style.

Απόψε λοιπόν βγήκα μετά τις εννιά το βράδυ. Τσεκάρισα στη «Βεβαίωση κατ’ εξαίρεσιν μετακινήσεως πολιτών» το Β4-κίνηση για παροχή βοήθειας σε ανθρώπους που βρίσκονται σε ανάγκη. Μια επίσκεψη στην υπέργηρη, ολομόναχη θεία (που βέβαια δεν βρισκόταν σε καμιά έκτακτη ανάγκη απόψε). Είχαν πει πως η κυκλοφορία επιτρεπόταν μέχρι τις εννιά. Έμεναν όμως κάπως ρευστά τα πράγματα. Κανένας δεν ήξερε με σιγουριά. Ούτε καν το διαδίκτυο. Βγήκα τηρώντας -δύσθυμα είναι αλήθεια, πάντα με διακρίνει ένας βαθμός δυσανεξίας σε κάθε περιορισμό-όλα τα μέτρα. Μάσκα, ταυτότητα, χαρτί, αντισηπτικά στην τσάντα, αποστάσεις-από ποιον; Από τον εαυτό μου, αυτός ήταν ο πιο επικίνδυνος μήπως (;), να με παρασύρει σε απείθεια…

Όλα κανονικά τύποις και ουσία. Μόνο σε μια στιγμή ξεχάστηκα και μέσα στο τρισκόταδο και την παγερή ερημιά… ξεχάστηκα και χαμήλωσα τρία περίπου εκατοστόμετρα τη μάσκα, κι αμέσως… «Φοράτε τη μάσκα σωστά», «Τηρείτε τις αποστάσεις». Νόμισα πως άκουγα τη σχετική διαφήμιση, το σποτάκι της τηλεόρασης, που παίζει συνεχώς με τα νεύρα και την υπομονή μας-τόσο δύσκολοι είν’ οι καιροί –και πάλι καλά, λέμε, υπήρξαν και δυσκολότεροι… «Τηρείτε τις αποστάσεις…» «Φοράτε τη μάσκα σωστά…» Ξανά και τρίτη φορά… Και συνέχεια τώρα η ίδια καταιγιστική εντολή, σαν υπόκωφος πυροβολισμός…  Άρχισα να γυρίζω το κεφάλι μου σωστό περισκόπιο. Και μέσα στο σκοτάδι, καμουφλαρισμένο το περιπολικό της αστυνομίας. Δυο τρεις αστυνομικοί -φύλακες άγγελοι αυτές τις παράξενες μέρες- ξαγρυπνούν για το καλό μας. Πλησιάζει ο ένας απ ’αυτούς. Οι άλλοι δύο είναι απασχολημένοι με ένα δίδυμο δεκαπεντάχρονων πάνω κάτω κοριτσόπουλων, που είχαν ξεμυτίσει λίγο πριν. Οι οθόνες των κινητών τους για τα sms, περνούσαν από την κριτική επιτροπή-ελέγχου.

-Η μάσκα σας -Τι η μάσκα μας -Δεν είναι στο σωστό σημείο -Δηλαδή ποιο είναι το σωστό σημείο -Να καλύπτει απόλυτα το στόμα και τη μύτη αλλιώς είναι κίνδυνος… -Μα για ποιον είναι κίνδυνος -Για τους περαστικούς είν’ ο κίνδυνος, γι’αυτούς που κατ’ εξαίρεσιν μετακινούνται-για φαρμακείο, για εν λειτουργία κατάστημα, για τράπεζα, για τελετή- γάμο, βάπτιση, κηδεία, προπάντων κηδεία, γι’αναψυχή του κατοικίδιου… -Πού είναι όλοι αυτοί που κινδυνεύουν από μένα -Μπορεί και να εμφανιστούν ξαφνικά αυτοί που κινδυνεύουν… -Ποτέ δεν ξέρεις –είν’ αλήθεια- …

Δεν γνωρίζω τι έγινε με τα κοριτσόπουλα. Εγώ πάντως τη σκαπουλάρισα προσωρινά-ή μάλλον έτσι νόμισα. Άλλωστε δεν υπήρχε και καμία παράλειψις. Χαρτί-βεβαίωση κατ’ εξαίρεσιν μετακινήσεως πολιτών αντί για sms- το χάσμα των γενεών-, ταυτότητα, μάσκα-μόνον οι αποστάσεις… μόνον η απείθαρχη στα εκατοστόμετρα μάσκα-να καλύπτει απαραιτήτως στόμα και μύτη…απαραιτήτως… Για πρώτη φορά σύσταση. «Την επομένη, θα μιλήσει ο νόμος…» Και δεν αστειεύεται 300 ευρώ + 300 ευρώ για δύο παραβάσεις… -που κι αν δεν υπάρχουν εφευρίσκονται- «για το καλό μου», που έλεγαν γονείς και δάσκαλοι ξυλοφορτώνοντας «προς συμμόρφωσιν» τα μικρά, απείθαρχα παιδιά. «για το καλό μου», αργότερα το επανέλαβε και το γουστόζικο τραγουδάκι, το πονηρούτσικο τραγούδι του Μηλιώκα… για το καλό μου…

Κάτι έγινε εκείνη τη στιγμή. Κάτι αναπάντεχο, σαν να έμπαινα στο τραγούδι, να έχανα την επαφή με το χρόνο, τη στιγμή, τη σοβαρότητα των περιστάσεων… Closed, closed, closed ακουγόταν βραχνή, επιτακτική φωνή από δεξιά, από αριστερά, από τον ουρανό, από τα έγκατα της γης, από μεγάφωνα, από σειρήνες… από τα μέσα μου. Κλειστό το στόμα, κλειστή η μύτη –όχι τα καταστήματα, όχι τα σπίτια, όχι οι γειτονιές, όχι τα σοκάκια-κλειστά μονάχα τα στόματα και η μύτη… μέχρι σκασμού κλειστά… μέχρι σκασμού «για το καλό σας» -για το καλό όλων μας… Κι έπεσα κάτω λιπόθυμος, ίσως νεκρός. Τι από τα δύο, οι θεράποντες ιατροί θα το κρίνουν…

Την επαύριον το ταμπελάκι έγραφε με την ίδια καλλιγραφία: «OPEN». Μόνο για το Art-Café και τα παρόμοια. Όχι για το στόμα μου!


Η  Παρασκευή (Βιβή) Κοψιδά-Βρεττού είναι αριστούχος Διδάκτωρ Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, βραβευμένη ποιήτρια και συγγραφέας, μέλος του Κύκλου Ποιητών, πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Λευκάδας και συνεργάτις του BookSitting. Διαβάστε εκτενές βιογραφικό της.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s