Ο Θάνος Γιαννούδης γράφει για «Τα καναρίνια» του Θανάση Γαλανάκη

Ο Θάνος Γιαννούδης γράφει για την ποιητική συλλογή «Τα καναρίνια» του Θανάση Γαλανάκη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σμίλη. Ένα κείμενο για μια παρουσίαση που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. 


Από τον Θάνο Γιαννούδη*


Θανάσης Γαλανάκης, «Τα καναρίνια», εκδόσεις Σμίλη, 2019


Η επιβολή των συνθηκών καραντίνας εξαιτίας της πανδημίας του Covid-19 έβλαψε όσο τίποτα το χώρο των καλλιτεχνικών συναντήσεων, των παρουσιάσεων, των φεστιβάλ βιβλίου, με τα περισσότερα εξ αυτών να ακυρώνονται, να αναβάλλονται ή να πραγματοποιούνται διαδικτυακά με λιγότερους θεατές και χωρίς τη μυσταγωγία της απευθείας παρουσίας -κι όσα εντέλει πραγματοποιήθηκαν μέχρι και την επιβολή του δεύτερου λόκνταουν να λαμβάνουν χώρα με συντριπτικά λιγότερο κόσμο, με μάσκες και δίχως καν την απευθείας συζήτηση και τη δυνατότητα ερωταποκρίσεων, σε μια κατάσταση εμφανώς απομαγεμένη.

«Θύμα» της κατάστασης αυτής υπήρξε και η παρθενική ποιητική συλλογή του Αθηναίου ποιητή Θανάση Γαλανάκη που δεν είχε την ευκαιρία να παρουσιαστεί μέσω μιας τέτοιας εκδήλωσης στο ευρύ κοινό, έστω των δύο μεγαλύτερων πόλεων της χώρας. Έχοντας πια αποδεχτεί πως η παρουσίαση της Θεσσαλονίκης που οργανώναμε την άνοιξη δεν θα πραγματοποιηθεί, αδιαφορώντας για τις κάθε λογής «διαδικτυακές» web παρουσιάσεις που ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια και μην επιθυμώντας να «στοιβάξουμε» την πρώτη προσπάθεια μιας νέας φωνής που συνεχίζει δημιουργικά την έμμετρη παράδοση στη σφιχτή φόρμα της σειράς της «Πρώτης Ανάγνωσης» που επιμελούμαστε, πήραμε την πρωτοβουλία για να συνθέσουμε ένα κείμενο «παρουσίασης δίχως παρουσίαση», ένα μικρό δοκίμιο που εντέλει δεν θα απευθυνθεί μόνο στο κοινό της συμπρωτεύουσας, αλλά σε όλους δυνητικά τους φίλους της ποίησης που θέλουν να μάθουν για μια νέα ποιητική φωνή και για τα όσα έχει να προσφέρει ή ακόμα και να διορθώσει στο διαρκή ποιητικό της αγώνα.

«Τα καναρίνια», λοιπόν, του Θανάση Γαλανάκη, που εισάγονται συνειδητά με προμετωπίδα από τα «Δεκατετράσιχα» του Κωστή Παλαμά, αποτελούν τόσο το όνομα της ποιητικής συλλογής όσο και τον τίτλο της πρώτης της υποενότητας, αλλά παράλληλα δηλώνουν σε ένα πρώτο επιφανειακό επίπεδο και την αγάπη του συγγραφέα (που εξάλλου διατηρεί και το πολύ δραστήριο blog «Πτηνολόγιον») για το βασίλειο των πτηνών. Συγχρόνως, όμως – ήδη από τη χρωμολιθογραφία του Barnet που χρησιμοποιείται στο εξώφυλλο στην οποία η μαύρη γάτα βρίσκεται κοντά στο ανύποπτο καναρίνι, όπως και από εσωτερικές επιλογές θεματικών κι ενός διαφορετικού β΄ μέρους που θα εξεταστεί στη συνέχεια- ναρκοθετούνται εν τη γενέσει τους ως υπάρξεις κι ως ελπίδα για τη φυγή προς τον ουρανό που με την πτητική ιδιότητά τους θεωρητικά θα εγγυούνταν. Στην ενδιαφέρουσα αυτή –αν κι ελαφρώς ανομοιογενή- καλλιτεχνική του απόπειρα, ο Γαλανάκης συνενώνει σονέτα, τετράστιχα, εξάστιχα, αλλά και ποιήματα γραμμένα στο μη ομοιοκατάληκτο blank verse, όλα τους έμμετρα, σχεδόν όλα τους ιαμβικά.

Στην ενότητα των «Καναρινιών», αρχικά, μπορούμε να διακρίνουμε ποιήματα που –κατά βάση- εντάσσονται σε τρεις θεματικές κατηγορίες, οι οποίες ενίοτε διαπλέκονται και μεταξύ τους. Πρώτα και κύρια έχουμε να κάνουμε με τα λεγόμενα «ποιήματα ποιητικής», εκείνα δηλαδή που κάνουν λόγο για την ίδια την πράξη της γραφής, τις προθέσεις του συγγραφέα και βάζουν εν μέρει τον αναγνώστη να ρίξει κλεφτά μια ματιά στη διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας. Από το πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής που τιτλοφορείται «Μουσική», ο Γαλανάκης εμφανίζεται ξεκάθαρος για τις προθέσεις του και για την εικόνα που έχει για την ποίηση, το ρόλο της και τον τρόπο γραφής της: «Με μουσική το χάος καταργείται./ Τραγούδια λέει στη γέννα η μαμή./ Κι ο στίχος έμμετρα κανοναρχείται.» θα δηλώσει, εγγραφόμενος από την πρώτη στιγμή στη χορεία των λεγόμενων «νεοφορμαλιστών» ποιητών, οι οποίοι παλεύουν να αναγεννήσουν και να επαναμαγεύσουν τον έμμετρο λυρικό λόγο που οι νεωτερικές θεωρήσεις επεδίωξαν να απομακρύνουν από τις ρίζες και τις πηγές του.

Σύντομα, ο Γαλανάκης θα γίνει ακόμα πιο ξεκάθαρος, δηλώνοντας πως, όσο κι αν προσπαθεί «(…)το ανείπωτο/ του μοντέρνου [τ]ου φέρνει τη θλίψη» και η «Μούσα» χάνεται «για πάντα» στη βλαπτική επικράτεια μιας τέτοιας συνθήκης. Ποιο θα είναι, ωστόσο, το αντίβαρο στην απομάγευση; Ο ίδιος ο ποιητής θα το εκφράσει και αυτό ανοιχτά, κάνοντας λόγο στο «Μέσο Όρο» για τους «Ουελλμπέκ, Βολκώφ, Καψάλη, Ελύτη» ως πηγές, απάγγιο αλλά και καλλιτεχνικούς συνομιλητές του, συνενώνοντας δύο νεοφορμαλιστές ποιητές με έναν κλασικό μοντερνιστή κι έναν μετανεωτερικό πεζογράφο που αποδομεί τη μετανεωτερικότητα, με τη βαριά σκιά του αυτόχειρα (;) Ηλία Λάγιου να είναι επίσης παρούσα κατά την κρίση μας, όσο κι αν δεν κατονομάζεται ρητά. Ρητά κατονομάζεται, πάντως, ο πόνος που ενυπάρχει πίσω από τη διαδικασία της δημιουργίας των σονέτων που –κατά το Γαλανάκη πάντα- «θέλουν δουλειά, επιμονή και πάθη», αποτελούν, δηλαδή, προϊόντα μιας επίπονης και χρονοβόρας διαδικασίας που συνενώνει το βίωμα με την τεχνική και την εργασία.

Προχωρώντας βαθύτερα στην πρώτη ενότητα, διακρίνουμε μια σειρά ποιημάτων που άμεσα ή έμμεσα θα μπορούσε κανείς να κατατάξει στα «ερωτικά», με την ευρύτερη συχνά ερμηνεία κι έννοια του όρου. Πρόκειται για ποιήματα, πάντως, εξαρχής τοποθετημένα σε ένα πλαίσιο είτε περιπαικτικής αναδρομής στο ιστορικό παρελθόν που αποκτά καθολικές διαστάσεις όπως στα «Πιο μεγάλα δεκαπέντε δευτερόλεπτα», είτε παρουσιαζόμενα εν είδει χιουμοριστικών σονέτων με ανοιχτά σεξουαλικό λεξιλόγιο αλλά εντέλει ναρκοθετημένων ως προς την εκπλήρωση της ερωτικής πράξης –μιας και στο ένα τους ο «πρωτάρης εραστής (…) παλινδρομεί» και στο άλλο τους η συνεύρεση μετατίθεται για την ημέρα της «πρωταπριλιάς». Ανοιχτά ερωτικό θα μπορούσε να θεωρηθεί και το ποίημα με θέμα μια γάτα (άλλη μια επικοινωνία με το εξώφυλλο και με την υπονόμευση του κυρίαρχου ρόλου των «Καναρινιών») που φέρει τον προκλητικό τίτλο «Ο βιαστής». Η γάτα που πρωταγωνιστεί στο συγκεκριμένο ποίημα παρομοιάζεται χιουμοριστικά με τη γυναίκα και τη συμπεριφορά της, κάνοντας σαφές πως η μορφή του ενός θηλαστικού με την «αχαριστία» της, τους «επισκέπτες» που «μπάζει» και το διαρκές προκλητικό της παιχνίδι είναι εντέλει καθαρά και μόνο το πρόσχημα για να μιλήσει ο ποιητής για το «άλλο θηλαστικό» και να εγγράψει το ποίημα αμιγώς στην περί έρωτος και ανθρώπινων παθών δημιουργική συζήτηση.

Μικρότερη συμμετοχή στην ενότητα αυτή έχουν κάποια ποιήματα που εστιάζουν σε άτομα και καταστάσεις του περιθωρίου της κοινωνίας και προετοιμάζουν τον αναγνώστη για τη δεύτερη ενότητα της συλλογής που θα ακολουθήσει. Από τη «Νάσια», τη σερβιτόρα που εκδίδεται καθαρά για βιοποριστικούς λόγους (και «πληρώνει την επιστροφή στο σπίτι/ με το κορμί της») με την ανοχή και την προώθηση του αφεντικού της (που, παρεμπιπτόντως, ονομάζεται Θανάσης, με μια ακόμα αυτοϋπονόμευση του ποιητή, μιας και το όνομά του δύναται να καταστεί και φορέας της κοινωνικής σήψης) μέχρι και τον αστυνόμο που ενσωματώνεται παρά τις αριστερές καταβολές της οικογένειάς του στο κυρίαρχο αφήγημα και βλέπει απλά τη ζωή του να περνά αυτοματοποιημένα και να χάνεται («Τότε θα ξάπλωνα φαρδύς στη νεκροφόρα./ Εις το πηλίκ(ι)ον μου μηδέν η ανταμοιβή»), η ενότητα αυτή μάς δείχνει δίπλα στα δημιουργικά παιχνίδια και τις ερωτικές περιπέτειες και τη σκοτεινή όψη που ενυπάρχει στην κοινωνία και μας εισάγει στο βαθύτερο, δεύτερο μέρος, το «Ιατρείο Πόνου».

Ένα βασικό μοτίβο των ποιημάτων που συναντά κανείς στο δεύτερο αυτό τμήμα της συλλογής είναι η υπαρξιακή αγωνία, σύμφυτη με την προσωρινότητα της ύπαρξης και με την ανά πάσα στιγμή πιθανή λήξη της, θεματική εξαιρετικά σπάνια σε ποιητές τέτοιας ηλικίας όπως του Γαλανάκη από τους οποίους περιμένει κανείς συνήθως να επιδιώκουν να κατακτήσουν τον κόσμο με το μαχητικό οίστρο τους κι όχι να στοχάζονται –ενίοτε ειρωνικά και περιπαικτικά- έναντι της ζωής. Εκκινώντας από ένα ποίημα που διαδραματίζεται εντός του «βορεινού ιατρείου», ο ποιητής, σε μια δυνατή αισθητικά εικόνα, παραδέχεται πως «πιότερο εμέ απ’ το μαύρο με τρομάζει/ το άσπρο που ενίοτε προκύπτει» (επικοινωνώντας έτσι υπόγεια και με την Κατερίνα Γώγου που πάλευε για την «αποκατάσταση» του σκουρότερου των χρωμάτων), ενώ και λίγο πριν το τέλος της ενότητας επαναφέρει την οπτική του σε μια εικόνα αναχώρησης, εντέλει από τη ζωή την ίδια, σε ένα ποίημα με τον τίτλο «Χωρίς, έγνοιες», όπου, με τον τρόπο της Πυθίας, τοποθετεί «στης νύχτας την αφήγηση -ένα κόμμα» ανάμεσα στις δυο λέξεις του τίτλου, αλλάζοντας όλο το νόημα των όσων ακολουθήσουν. Τα υπαρξιακά ποιήματα της ενότητας δεν σταματούν εδώ, με ένα αναπαιστικό σονέτο να στοχάζεται επίσης σε καρυωτακικούς τόνους πάνω στη ματαιότητα κι –επίσης- με ένα ποίημα σε τετράστιχα να εισαγάγει στη συλλογή Βιβλικά δεδομένα σε μια εικόνα Κρίσεως του ατόμου που εγκαταλείπει τη ζωή του αλλά και γενικότερα σε μια εικόνα Τελικής Κρίσεως της ανθρώπινης συνθήκης: «(…)μεταξύ ανθρώπου και Θεού · λες κι ο Γαβριήλ/ για τη Δευτέρα Παρουσία μ’ ετοιμάζει./ Χτυπάει στις φλέβες μου το αίμα του Ισραήλ·/ Σεφαραδίτης –μήπως- να ’μαι ή Εσκενάζυ;»

Ο πυρήνας, ωστόσο, της ενότητας αυτής αποτελείται από ποιήματα βαθέως κοινωνικού προβληματισμού που εξελίσσονται στο σύγχρονο (και στο…μελλοντικό όπως θα εξετάσουμε) αστικό τοπίο, τα οποία ορισμένες φορές δυσκολευόμαστε να διακρίνουμε γιατί κατατάσσονται εδώ κι όχι στην πρώτη ενότητα της συλλογής, με την εικασία μας με βάση το ύφος της γραφής τους να μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως μάλλον είναι χρονικά μεταγενέστερα. Εδώ μπορούμε πλέον καθαρά να διακρίνουμε τις φιγούρες του περιθωρίου που διαγράφονται «Στα μπαρ των Αθηνών» –με έκδηλες τις επιρροές ενός Λάγιου-, αλλά και την αρπακτικότητα της ίδιας της πόλης («(…)της αστικής μας ομορφιάς/ της μοναξιάς που ζει βαθιά μες στην ψυχή μας·/ και πνίγεται μες στον καφέ και στο τσιγάρο»), σε ένα συμβολικό ποίημα που αποτελεί ολόκληρο μια μεταφορά για την απομύζηση της φύσης, το «Ταχυ(σ)φαγείον».

Στην κατηγορία αυτή θα συναντήσουμε και το –γραμμένο σε ανομοιοκατάληκτο προπαροξύτονο στίχο- πιο εκτεταμένο ποίημα της συλλογής που απλώνεται σε επτά ενότητες, τιτλοφορείται «Ο επαίτης» κι αφορά επιδερμικά τη μορφή ενός ζητιάνου του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου και σε ένα δεύτερο επίπεδο τη συγκαιρινή κοινωνική αποξένωση του ατομικού δρόμου που ο καθένας βαδίζει. Και μπορεί κατά την κρίση μας ο κομβικός ρόλος που ο Γαλανάκης δίνει στη συλλογή σε ένα ποίημα εντέλει άνισο κι ελαφρώς φλύαρο να μην δικαιώνεται, το φινάλε του, ωστόσο, στο οποίο ο κάθε σύγχρονος «Πιλάτος Πόντιος/ που με Dettol και κρύο νερό νίπτει τας χείρας του», στις πανδημικές μας συνθήκες διαβάζεται πλέον εντελώς διαφορετικά. Σαφέστατα, ωστόσο, η δυνατότερη στιγμή των ποιημάτων αυτών αφορά ένα δυστοπικό μελλοντολογικό ποίημα, το «Πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ, 2057 μ.Χ». Η χρησιμοποίηση της μετά Χριστόν χρονολόγησης μόνο ειρωνικά μπορεί να δράσει, θυμίζοντας την απόκλιση από τα χριστιανικά προτάγματα εν συγκρίσει με τη μίζερη ζωή του υποκειμένου που παρουσιάζεται κοινωνικός παρίας σε μεγάλη ηλικία, πλήρως ηττημένος σε όσα επεδίωξε και ονειρεύτηκε («Και σταματώ, καθώς εκείνος συνεχίζει/ Και τον κοιτώ, όπως στο δρόμο ξεμακραίνει./ Και σαν θυμάμαι πόσο του άρεσε να χτίζει/ τόσο θαυμάζω που έτσι άπραγος πεθαίνει»).

Εξετάζοντας κανείς συνολικά την πρώτη ποιητική δουλειά του Θανάση Γαλανάκη, μένει τόσο με θετικά συναισθήματα όσο και με εικόνες ορισμένων σημείων που χρήζουν βελτίωσης κι αξίζει να μπουν εντελώς καλοπροαίρετα στο δημόσιο διάλογο. Σαφέστατα στα θετικά σημεία της συλλογής συγκαταλέγονται ο απλός, στρωτός και κουβεντιαστός τόνος των περισσότερων ποιημάτων χωρίς τη μοντέρνα σκοτεινότητα, την κενή θραυσματικότητα και την επιφανειακή προσέγγιση. Ο Γαλανάκης κατά βάση ξέρει να βάζει αρχή, μέση και τέλος στα ποιήματά του, γνωρίζοντας εξίσου καλά το μέτρο και το ρυθμό. Ορισμένες, μάλιστα, φορές τα ευρήματα στο τέλος κάποιων ποιημάτων αφήνουν τον αναγνώστη με ένα παιγνιώδες χαμόγελο. Ωστόσο, αξίζει να αναφερθεί πως άλλες φορές –και ιδίως στην πρώτη ενότητα της συλλογής- γίνεται κατάχρηση του ποιητικού παιχνιδιού, με κάποια ποιήματα να δίνουν απλά την εντύπωση της έμμετρης δευτερογενούς κατασκευής που διαλέγεται απλά με προϋπάρχον υλικό κι απευθύνεται μονάχα σε «μυημένους» και φιλολογίζοντες αναγνώστες, καθιστάμενη αυτομάτως μη προσβάσιμη για ένα ευρύτερο κοινό.

Επιπροσθέτως, η πολύ όμορφη αναπαιστική απόπειρα του Γαλανάκη μας κάνει να αναρωτιόμαστε γιατί δεν δοκιμάστηκε και σε ευρύτερη πληθώρα μέτρων -που δείχνει εξάλλου πως κατέχει- παρά έμεινε κατά βάση προσκολλημένος μονάχα στον ίαμβο. Τέλος, με δεδομένη και την παρουσίαση που θα λάμβανε χώρα στην πόλη της Θεσσαλονίκης, αξίζει να σημειωθεί πως η συλλογή του Θανάση Γαλανάκη είναι στην εικονοποιία και την εν γένει νοοτροπία της πλήρως «αθηνοκεντρική», με το ερώτημα για την τύχη της εκτός του αθηναϊκού κέντρου και των οικείων στην επικράτεια της πρωτεύουσας προσλαμβανουσών να είναι σαφέστατα ανοιχτό.

Η συλλογή «Τα καναρίνια» κλείνει με ένα ποίημα που όλες οι ως τώρα κριτικές απόπειρες επεσήμαναν –και δικαίως- ως το ανώτερο και το πλέον ελπιδοφόρο της ενδιαφέρουσας υβριδικής αυτής ποιητικής καταγραφής. Δομημένο σε εξάστιχες στροφές blank verse, με την πέμπτη μόνο να ομοιοκαταληκτεί με την έκτη, η οποία είναι η ίδια με την πρώτη (εξαίρεση αποτελεί η τελευταία στροφή), το επιλογικό ποίημα της συλλογής αφήνει στην άκρη τα μειονεκτήματα που προαναφέραμε και στοχάζεται πάνω στη ζωή του καλλιτέχνη με βαθύτατο λυρισμό, αφήνοντας ανοιχτή ελπίδα για τις πραγματικές δυνατότητες και για το μέλλον του ποιητή Γαλανάκη. Η νιότη, ο έρωτας, η επιθυμία κατάκτησης της ζωής αλλά και η ναρκοθέτησή της υπό το φόβο του θανάτου συνενώνονται για να δομήσουν ένα ποίημα βαθιά λυρικό και πηγαίο. Η δε τελευταία του στροφή, κορύφωση της ποιητικής συλλογής, λειτουργεί μεταφορικά και ως μια εικόνα για τον ίδιο εντέλει το ρόλο του ποιητή τόσο μέσα στα συγκαιρινά του συμφραζόμενα όσο και μέσα στους ευρύτερους διαδεχόμενους αιώνες: «Είναι η ζωή μου στο βουνό ένα λουλούδι./ Μια παπαρούνα, ένας κρόκος, μια ορχιδέα,/ ζωηρός διάκοσμος στο μωσαϊκό του δάσους/ το καλοκαίρι· κι όταν έρθουν πρωτοβρόχια/ κατηφορίζει ο ποταμός σαν λεωφόρος/ με μένα μέσα του – και τότε είμαι σπόρος». Ο «σπόρος» αυτός ταΐζει εντέλει όλα τα μελλοντικά ‘’καναρίνια’’ που πλέον εξισώνονται με τα όνειρα, τις ανθρώπινες απόπειρες, με τα ποιήματα τα ίδια που πετούν και ταξιδεύουν προς όλες τις κατευθύνσεις, δικαιώνοντας με ένα ξαφνικό happy end τον τίτλο κι αφήνοντας ανοιχτά υποσχέσεις και παρακαταθήκες. Μένει, λοιπόν, να δούμε αν θα εκπληρωθούν τις δεκαετίες που έρχονται…


Θάνος Γιαννούδης είναι φιλόλογος και ποιητής.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s