Τζούλια Πουλημενάκου | Αντίκλεια (απόσπασμα)

«Κι όπως την είδα, μου ’ρθαν κλάματα, την πόνεσε η καρδιά μου
μα δεν την άφηνα, κι ας έτρωγε τα σωθικά μου ο πόνος»
Όμηρος, Οδύσσεια, λ, 87-88
(Μετάφραση: Καζαντζάκη-Κακριδή)

Αρχοντογέννητε Οδυσσέα
παιδί μου μονάκριβο
σπλάχνο από τα σπλάχνα μου,
η θλίψη σκαρφαλώνει
στην πορφύρα του ήλιου
κατακαίοντας τα σωθικά μου…

Πόσο θα θελα να ρίξω δίχτυα
στη θάλασσα των βράχινων στεναγμών μου
να πλεχτώ με τα ασημόχρυσα φύκια
να βουλιάξω στα αφρισμένα κύματα
αγναντεύοντας τα μάτια σου
– εκείνα τα μικρά, πανέξυπνα αστεράκια
όταν πρωτοαντίκρισαν το φως…

Πάνω στο χώμα,
εκεί που έπαιζες και χαιρόσουν
τα χρυσά βέλη του Φοίβου,
τώρα καμένα κλαριά
θαμμένα στου νου το τρίστρατο
με τη φορά του ανέμου όρτσα
να τα παρασύρει
σκορπίζοντάς τα στο αέναο σύμπαν…

Ήχοι απ’ τη χαρούμενη φωνή σου
σκορπούσαν την ανάσα σου
-πνοή δική μου- στο παιδικό δωμάτιο·
άγουρες μνήμες κατακλύζουν το μυαλό μου
σαν καθρέφτης αόρατος
η ζωή σου, η ζωή μου!
Και μετά, μετά σιωπή.
Κι ύστερα, ύστερα όλα χάθηκαν…

Μ’ ακούς που σε καλώ απεγνωσμένα;
Ακούς στα πέρατα της γης
την ηχώ της φωνής μου ν’ αντιλαλεί;
Aκούς την κραυγή μου
που σπάει τα σύνορα; Μ’ ακούς;

Η ψυχή έξω από το νεκρό μου σώμα
καταμεσίς του ωκεανού
βυθίζεται στ’ απόκοσμα, αδιάβατα ποτάμια
δίχως τον χρόνο μάρτυρα
να συντροφεύει τη θλίψη μου
δίχως πυξίδα οδηγό να με γυρίσει
στα πρότερα, ευτυχισμένα χρόνια
δίχως την πάτρια, τη λατρεμένη γη
στις ρίζες της να βαδίσω
καρτερώντας τον ευλογημένο γυρισμό σου
γιε μου λατρευτέ Οδυσσέα, Διογέννητε,
σπλάχνο από τα σπλάχνα μου!

Εδώ, ναι εδώ, στο θλιμμένο πέλαγος
στο σκότος του μαύρου ωκεανού
στις εσχατιές του Άδη
δίχως το φως του ήλιου
στην αθέατη διάσταση της συνείδησης
η ανάγκη σου για θυσία και προσφορά απελευθερώθηκε,
ενώθηκαν οι ζωντανοί με τους πεθαμένους
με αίμα αθάνατο…

Έγινες γέφυρα και μετέφερες τον ήλιο, εδώ,
εδώ στις παρυφές του σκοτεινού τού Άδη
θέλοντας ν’ ανταμώσεις του μάντη Τειρεσία την ψυχή,
με προτροπή της Αιαίας Κίρκης
που θα σου αποκάλυπτε τον μυστικό χρησμό
για την επιστροφή σου στην πατρίδα,
την ποθεινή Ιθάκη…

(Απόσπασμα από τον ποιητικό μονόλογο «Αντίκλεια» Κεφ. γ΄- δ΄Εκδ. Χάρη Τζο Πάτση, 2020)


Η Τζούλια Πουλημενάκου κατάγεται από το Γύθειο Λακωνίας και ζει στην Αθήνα από το 1982. Με την ποίηση ασχολείται από την ηλικία των 14 ετών. Ποιήματά της έχουν βραβευτεί από έγκριτους λογοτεχνικούς φορείς και έχουν φιλοξενηθεί σε ανθολογίες, περιοδικά και εφημερίδες λογοτεχνικού περιεχομένου. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Αθώες Νοσταλγίες» (Αυτοέκδοση-2014), «Απρόσμενη Άνοιξη» (Εκδ. Χάρη Τζο Πάτση-2016) και «Αντίκλεια» (Εκδ.Χάρη Τζο Πάτση-2020). Διατηρεί στο διαδίκτυο τον λογοτεχνικό ιστότοπο Επί-Λόγου (epi-logou.gr).


Εικόνα: «Ο Οδυσσέας καλεί την ψυχή του Τειρεσία». Fuseli, Henry, 1770, σχέδιο. Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο, 1885

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Τζούλια Πουλημενάκου | Αντίκλεια (απόσπασμα)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s