Διαβάσαμε την ποιητική συλλογή «Υγρό γυαλί» του Κώστα Γουλιάμου

Η Αλεξία Καλογεροπούλου γράφει για την ποιητική συλλογή «Υγρό γυαλί» του Κώστα Γουλιάμου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg.


Από την Αλεξία Καλογεροπούλου
alexia.kalogeropoulou@gmail.com


Κώστας Γουλιάμος, «Υγρό γυαλί», εκδόσεις Gutenberg, 2020.


Ο Κώστας Γουλιάμος είναι από εκείνους τους ανθρώπους που χαίρεσαι να επικοινωνείς. Αυθεντικά ευγενής, διακριτικός, ήρεμος, στοχαστικός, καλλιεργημένος, με σημαντικές σπουδές και μια σπουδαία πορεία στον ακαδημαϊκό χώρο αλλά και στα ελληνικά γράμματα, που δεν τη διαφημίζει, δεν τη φωνάζει, όπως ταιριάζει στους γνήσια αξιόλογους ανθρώπους. Ο Κώστας Γουλιάμος έχει διατελέσει καθηγητής Πολιτικής Επικοινωνίας και Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο του Καναδά, είναι καθηγητής σε τρία πανεπιστήμια της Κίνας, πρύτανης του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου, τακτικό μέλος της Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών της Ευρώπης, συγγραφέας πολυάριθμων επιστημονικών συγγραμμάτων, κριτικών κειμένων και δοκιμίων, μεταφραστής επιφανών ποιητών και, ασφαλώς, ποιητής.

Το «Υγρό γυαλί» είναι η πιο πρόσφατη ποιητική του συλλογή, που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2020 από τις εκδόσεις Gutenberg. Μια λιτή και καλαίσθητη έκδοση εξήντα τεσσάρων σελίδων που ολοκληρώνεται αρμονικά με την εικαστική δημιουργία της Δέσπως Πρίγκη στο εξώφυλλο.

Η ποιητική συλλογή του Κώστα Γουλιάμου χωρίζεται σε δύο μέρη: Ι. Με το βλέμμα του εγκλείστου, ΙΙ. Με το βλέμμα της Σοφίας. Το πρώτο μέρος, που είναι και το μεγαλύτερο, αποτελούμενο από δέκα μακροσκελή ποιήματα, αφορά, όπως φανερώνει ο τίτλος, στίχους που σχετίζονται κατά κάποιον τρόπο με καταστάσεις εγκλεισμού. Στο πρώτο ποίημα, Αίφνης ασώματο σκοτάδι, η αναφορά στην πανδημία είναι, κατά τη γνώμη μου, σαφής:

Θανατερή δίνη / γυμνό λεπίδι / του μύθου / σαν ξύπνησε ο έγκλειστος / κι άνοιξε την πέτρα κ’ έμαθε […] (σ. 13). Και λίγο πιο κάτω: […] ενώ ο κόσμος πέθαινε πιο λευκός / ανάμεσα σε δυο κοιλάδες της Λομβαρδίας / πάλευε στο κίτρινο ποτάμι / στο νησί του Lui Yan […] (σ. 14).

Σε αυτή την κατάσταση του πρωτόγνωρου εγκλεισμού, που μοιάζει μονόδρομος για τη διαχείριση της πανδημίας, κυριαρχεί η εικονική πραγματικότητα:

[…] ο κόσμος φλέγεται / στην αιωνιότητα της εικόνας […] (Αίφνης ασώματο σκοτάδι, σ. 13)

Όλα έχουν πλέον αλλάξει: […] – ο θάνατος έχει αλλάξει- […] -και το σώμα έχει αλλάξει- […]– και το καλοκαίρι έχει αλλάξει-[…] (Αίφνης ασώματο σκοτάδι, σ. 14), όπως έχει αλλάξει και η λέξη κοιμητήρι και το άγχος και η πατρίδα και η αγάπη και ο πόλεμος και οι ήρωες. Όλα μεταβάλλονται, όλα αλλάζουν νόημα […] μόνο τ΄άστρα κολυμπούν ελεύθερα / στη σκοτεινή ύλη […] (Αίφνης ασώματο σκοτάδι, σ. 14).

Όμως η ελπίδα δεν χάνεται: […] θα ΄ρθουν κι άλλα πανηγύρια / να χορέψουμε το μερτικό μας / να ξαναβρούμε τη γεύση μας / σ΄ένα κορμί / στην άγουρη λαχτάρα για λίγο στήθος / στο φιλέρημο λιόγερμα της θάλασσας […] (Ηχώ του φωτός, σ. 19), θα βρούμε ξανά τον τρόπο να γιορτάσουμε τη ζωή, να απολαύσουμε τις χαρές της και την ομορφιά της φύσης.

Η εμπειρία της πανδημίας ασφαλώς ωχριά μπροστά στις Νύχτες του Auschwitz που πέρασαν η Hannah και η Miriam […] τι έκαναν εκείνο το βράδυ / και κάθε βράδυ / εκείνο το πρωινό / και κάθε πρωινό […] (σ. 21), φριχτή αλήθεια […] πώς γίνεται / αυτό το φονικό / αυτή τη νύχτα / και την άλλη νύχτα / και την άλλη μέρα / και την άλλη νύχτα / και κάθε νύχτα (σ. 22, 23). Για πόση φρίκη, άραγε, είναι ικανός ο άνθρωπος;

Η μνήμη και η λήθη, αγαπημένα θέματα του ποιητή, επανέρχονται συχνά στους στίχους του:

[…] η πέτρα θυμάται / το φεγγάρι θυμάται / η στάχτη έχει μνήμη / κι όσοι υποκρίνονται / δεν άκουσαν δεν είδαν / τη σκόνη το αίμα / θυμάται ο θάνατος / τους άλλους θανάτους / -της ιστορίας ύδατα / αποσκευές του χρόνου– […] και οι λωτοί που δοκίμασαν / σύντροφοι εθισμένοι / στις αγορές Armani / στης λήθης τον υδράργυρο / ασάλευτοι […] (Δια βίου θάνατος, σ. 25).

Οι μνήμες μένουν αναλλοίωτες, αφήνουν ίχνη ανεξίτηλα στον χρόνο, ανείπωτες ιστορίες ψάχνουν χείλη για να τις πουν και άλλες χιλιοειπωμένες παραμένουν ζωντανές απ’ άκρη σε άκρη σε τούτο τον κόσμο και στον άλλον, όσο κι αν προσπαθούμε να ξεχάσουμε υπνωτισμένοι από συνήθειες, ντυμένοι με ακριβά κοστούμια.

Πόσο μπορεί κανείς να ξεστρατίσει από την αλήθεια, ως πότε μπορεί να ξεχνάει το αναπόδραστο τέλος ή μήπως την απόδραση στην αιωνιότητα;

Τι γυρεύεις θεόμαχε Πενθέα στον καθρέφτη, αναρωτιέται ο ποιητής, αφού τα πουλιά άλλαξαν σταθμό / «πετάνε για να μη θυμούνται» / τους νεκρούς θεούς / της ηγεσίας / την αλύγιστη φρόνηση / τα χειρόγραφα του Φλεβάρη του 1945 […] ) και τι κάνεις Πενθέα τη νύχτα / μ’ ένα σώμα δίχως μνήμη / σ’ ένα σπίτι / δίχως τα δέντρα να ονειρεύονται / δίχως ένα ημερολόγιο να δείχνει / το μέλλον που δεν έρχεται […] (Λυγρός όλεθρος, σ. 37).

Κι ο θάνατος, ένας εγκλεισμός κι αυτός, η έσχατη στιγμή ενός σώματος που πάσχει όσο ζει, που ταλανίζεται από ψευδαισθήσεις, ξεχνώντας την αλήθεια. Όταν τελειώσει αυτός ο δρόμος / θα ΄χουμε μάθει πώς να πεθάνουμε / σ’ έναν κόσμο που δεν γνωρίσαμε / με συντρόφους που αγαπήσαμε / οι πιο αληθινές λέξεις έρχονται από το μέλλον / που δεν το θυμάται κανείς / από κει έρχεται ο θάνατος / ποιος τον θυμάται; […] (Το πάσχον σώμα, σ. 43). Γιατί, όπως γράφει ο ποιητής, ο θάνατος είναι μνήμη / κι ο έρωτας / η έσχατη μνήμη του θανάτου (Το πάσχον σώμα, σ. 44).

Έσχατη μνήμη λοιπόν ο έρωτας μα και αντίβαρο του θανάτου. […] θυμάται ο έρωτας / τα λαίμαργα χόρτα του οργασμού / μέσα στους όγκους της ερημίας / όταν τρυφερές γυναίκες / δίνουν σώμα στ’ όνειρο / κι ο έρωτας / αρχίζει να θυμάται / το σώμα που έφυγε (Θυμάται ο έρωτας ακίνητος στον χρόνο, σ. 33). Οι δυνατοί παλμοί της καρδιάς τη στιγμή της κορύφωσης, η νίκη της ζωής, της επανάληψης, η ελπίδα να ζήσουμε περισσότερο χρόνο, ζωντανοί, και όχι κρυμμένοι ή βολεμένοι σε έναν δια βίου θάνατο, η ελπίδα να αγγίξουμε, ίσως, όσο ζούμε, τη σοφία.

Τη σοφία στην οποία είναι αφιερωμένο το δεύτερο μέρος της ποιητικής συλλογής του Κώστα Γουλιάμου, που αποτελείται από τρία ποιήματα. Τη σοφία που υποθέτω ότι έχει αποκτήσει ο έγκλειστος μετά την ελευθέρωσή του. Η σιωπή, αναγκαία συνθήκη για την απόκτησή της:

Μαζεύει η Σοφία της νύχτας τη συνοχή / το άβατο της σιωπής / που ωριμάζει / σαν ένιωσε / την υφή του χρόνου […] (Αόρατο φως, σ. 51)

Στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής, ο ποιητής συνδιαλέγεται με άλλους πνευματικούς ανθρώπους, όπως πληροφορεί η σημείωση στην αρχή της έκδοσης, αλλά και όπως διαπιστώνει ο ίδιος ο αναγνώστης. Ανάμεσά τους ο Όμηρος, ο Θουκυδίδης, ο Μποντλέρ, ο Ουίτμαν, ο Σολωμός, ο Λειβαδίτης, ο Ρίτσος, ο Πρεβέρ, ο Αισχύλος, ο Ευριπίδης και ο Κακναβάτος. Οι στίχοι του Κώστα Γουλιάμου αποκαλύπτουν βαθιά γνώση της αρχαιοελληνικής σκέψης, της ελληνικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας και φιλοσοφίας. Οι σκέψεις του ποιητή αφήνονται ελεύθερες, με έναν υπερρεαλιστικό τρόπο, μετουσιώνονται σε λέξεις χωρίς να χάνουν την αρχή του νήματος. Ο ένας στίχος συμπλέκεται με τον άλλον σε ένα ατελείωτο γαϊτανάκι νοημάτων και συναισθημάτων που κινείται ελεύθερα, αέναα θαρρείς, σαν ένας απαλός χορός, με βήματα αρμονικά και ρευστά, όπως το υγρό γυαλί που διαχέεται από καλούπι σε καλούπι, ένα νανούρισμα σοφίας στο διηνεκές του χρόνου, που συνδέει τα θραύσματα του κόσμου σε ένα αδιαίρετο όλον και οδηγεί τελικά στην αφύπνιση και, ίσως, σε ένα νέο ταξίδι.

Από πού θα ξεκινήσουμε, Οδυσσέα; […] Από πού θα ξεκινήσουμε, Σοφία; […] (Στον ίσκιο της αγρύπνιας, σ. 56)

Η ποιητική απορία δεν αφήνει τον αναγνώστη μετέωρο αλλά τον προτρέπει να αναλάβει την ευθύνη του δικού του ταξιδιού που λέγεται ζωή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s