Ιωάννης Πολέμης | Τέσσερα ποιήματα

Ἡ λεῦκα

Τὴ θυμᾶσαι τὴ λεῦκα μας; Παιγνιδιάρα στὴν αὔρα
φιλικὰ μᾶς προστάτευεν ἀπ᾿ τοῦ ἥλιου τὴ λαύρα,
καὶ μὲ χάρη σαλεύοντας τὴ ψηλὴ κορυφή της
ἐψιθύριζε πρόσχαρη τὴ χαρὰ τὴν κρυφή της
καὶ σκορποῦσε τὸ γέλιο της στοὺς φραγμοὺς καὶ στ᾿ ἀμπέλια.

Γιατὶ τότ᾿ ἀποκρίνονταν στὰ δικά σου τὰ γέλια.

Χθὲς ἐπέρασα μόνος μου -τί δὲ κάνουν τὰ χρόνια!-
βασιλεύει τριγύρω της ἐρημιά, καταφρόνια!
Κι ἡ θεόρατη λεῦκα μας, ποὺ τὸν πόνο μου ξέρει,
μὲ μιὰ θλίψη παράξενη ψιθυρίζει στ᾿ ἀγέρι
καὶ σκορπᾷ τὸ παράπονο μὲς στοῦ ἥλιου τὸ κάμα…

Γιατὶ τώρ᾿ ἀποκρίνεται στὸ δικό μου τὸ κλάμα.

Καρυάτιδες

Μπροστὰ στὶς Καρυάτιδες, τὶς μαρμαρένιες κόρες,
σταθήκαμε θαυμάζοντας κι οἱ δυό μας ὧρες κι ὦρες.
Ἀκίνητα τὰ μάτια σου ἔδειχναν κάποια λύπη
γιὰ κείνη ποὺ μᾶς ἔκλεψαν κι ἀπὸ τὶς ἄλλες λείπει,

στὴ ξενιτιά, στὴν σκοτεινιά, στὰ πέρατα τοῦ κόσμου.
Μὰ ἐγὼ τὶς ἔβρισκα σωστές, ὅλες σωστὲς ἐμπρός μου
κι ἔλεγα πὼς θὰ γύρισε κι ἐκείνη ἀπὸ τὰ ξένα
γιατὶ μετροῦσα, ἀγάπη μου, μαζὶ μ᾿ αὐτὲς καὶ σένα.

Μὴν κλαῖς

Μὴν κλαῖς, μὴ λὲς πῶς τίποτα δὲ σοῦ ῾μειν᾿ ἐδῶ πέρα.
Σοῦ μένει, ἀπάνω στὰ βουνά, τὸ πέρασμα τῆς μπόρας,
σοῦ μένει ἡ χαραυγὴ μακριὰ στὸ πέλαγο κι ἡ μέρα
κάτω στὸν κάμπο κι οἱ ἐλιὲς καὶ τὸ βουητὸ τῆς χώρας.

Σοῦ μένει ἀκόμα τὸ φτωχό, τ᾿ ἀπάνεμο ἀκρογιάλι,
πού, σὰ βραδιάζει, μέσα του πέφτουν τὰ βράχια, οἱ μῶλοι,
τὰ σπίτια, ὁ γέρος ὁ ψαρὰς ποὺ λάμνει ἀγάλι-ἀγάλι.
Μὴν κλαῖς! Σοῦ μένει ἐκεῖ -γιὰ ἰδές!- ὅλ᾿ ἡ ζωή μας. Ὅλη.

Σοῦ μένει ἐκεῖ μὲ τὴ βουβὴ κι ἀθῴα της γαλήνη,
μὲ τὴ γλυκοχαμόγελη, τὴν ξένοιαστη ὀμορφιά της,
μὲ τὴ σκιά της, τὴ σκιὰ ποὺ ἀρχίζει νὰ τὴ σβήνῃ
σιγὰ-σιγὰ τὸ σούρουπο καὶ τῆς νυχτιᾶς ὁ μπάτης…

(Σκιές)

Χαμένα χρόνια

Ἄχ, καὶ νὰ γύριζαν, νά᾿ ρχονταν πίσω
τὰ χρόνια ποὺ ἔζησα πρὶν σ᾿ ἀγαπήσω!
Χρόνια ἀμνημόνευτα σὰ νά ῾ταν ξένα
τὰ χρόνια ποὺ ἔζησα χωρὶς ἐσένα.

Ποτάμι ποὺ ἔτρεξε μὲς σὲ λιθάρια
καὶ δὲν ἐπότισε μηδὲ χορτάρια,
κι᾿ ἡ γῆ τὸ ρούφηξε στ᾿ ἄφωτα βάθη
κι᾿ ὡς καὶ τ᾿ ἀχνάρι του γιὰ πάντα ἐχάθη.

Ἄχ, καὶ νὰ γύριζαν νὰ διπλοζήσω,
ἀγάπη ἀδιάκοπη νὰ σοῦ χαρίσω,
καὶ νά ῾σαι ἡ πρώτη μου, ἐσὺ ἡ στερνή μου,
ἀπὸ τὴ γέννα μου κι᾿ ὣς τὴ θανή μου.

Μισὴ σοῦ χάρισα ζωὴ μονάχα.
Ζωὲς ἀμέτρητες ἤθελα νά ῾χα,
ἔτσι ὅπως πρέπει σου νὰ σ᾿ ἀγαπήσω.
Ἄχ, καὶ νὰ γύριζαν τὰ χρόνια πίσω!


Ο Ιωάννης Πολέμης ήταν Έλληνας ποιητής και θεατρικός συγγραφέας. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1862. Η καταγωγή του δικαστή πατέρα του ήταν από την Άνδρο, ενώ η μητέρα του ήταν Αθηναία. Και δύο οικογένειες είχαν ρίζες βυζαντινές. Ξεκίνησε να γράφει ποίηση στα δεκατρία χρόνια του. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και για δύο χρόνια αισθητική και ιστορία της τέχνης στο Παρίσι. Διετέλεσε υπάλληλος του Υπουργείου Παιδείας και Γενικός Γραμματέας (1915) της Σχολής Καλών Τεχνών, ενώ υπήρξε ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών συγγραφέων. Πέθανε από βρογχοπνευμονία τον Μάιο του 1924 στην Αθήνα. Η ποίησή του χαρακτηρίζεται από ευαισθησία και καλοσύνη, στοιχεία άλλωστε που χαρακτήρισαν και την ίδια του τη ζωή. Εντάσσεται στη Νέα Αθηναϊκή Σχολή που αντιτάχτηκε στην υπερβολή και τον άκρατο ρομαντισμό, ενώ παράλληλα καθιέρωσε (όπως οι Παλαμάς, Δροσίνης) τη δημοτική γλώσσα στην ποίηση. Το έργο του, που είχε πρωτοφανή λαϊκή απήχηση, διακρίνει ο μελωδικός στίχος, η απλότητα και ο αβίαστος συμβολισμός. Πολλά από τα ποιήματά του μελοποιήθηκαν.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s