Federico Garcia Lorca | Δέντρο, δεντρό

Δέντρο, δεντρό
Πράσινο, ξερό.

Το κορίτσι με το πρόσωπο τ΄ωραίο
τις ελιές μαζεύει.
Ο άνεμος, λάτρης των πύργων,
απ΄τη μέση την κυριεύει.
Τέσσερις έφιπποι περάσαν,
πάνω σε πουλάρια Ανδαλουσίας
με ρούχα γαλανά και πράσινα
και μακριούς μαύρους μανδύες.
«Έλα στην Κόρντομπα μικρή κυρά.»
Η κοπέλα δεν τους απαντά.
Περάσαν τρείς νεαροί τορέρος
με δαχτυλιδένια μέση,
με πορτοκαλένια ρούχα
και σπαθιά που μ΄ασήμι παλαιό τάχαν δουλέψει.
«Πάμε μικρή μου στη Σεβίλλια.»
Η μικρή, λέξη στα χείλια.
Όταν έπεσε μενεξεδί το δείλι,
με φως διάχυτο περίσια,
πέρασ΄ένα παλληκάρι φέρνοντας
τριαντάφυλλα και μύρτα φεγγαρίσια.
«Πάμε στη Γρανάδα, μικρούλα μου κυρά.»
Η κοπέλα δεν ακούει ούτε απαντά.
Το κορίτσι με το πρόσωπο τ΄ωραίο
τις εληές συνεχίζει να μαζεύει,
με το γκρίζο χέρι του ανέμου
την λεπτή της μέση να χαϊδεύει.

Δέντρο, δεντρό
Πράσινο, ξερό

(Μετάφραση: Χρίστος Γούδης)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s