Αντώνης Μπαλασόπουλος | Εικοσιτέσσερις περιστροφές

1.

Nωρίς το πρωί, ο κόσμος στ’ ακρόνυχα.
Το άλμα του στα βλεφαρόφυλλα.
Το μακελειό των χρωμάτων και το κίτρινο αίμα.

2.

Οι πράσινες λεπίδες του χρόνου
στον θώρακα του άδειου σπιτιού•
ο βόμβος των αρχαίων ενοίκων του.

3.

Η στιγμή που ξέρω πως είμαι τα δέντρα μου.
Τι μάταια δέντρα! Μόνο να τρέπουν σε χυμό το χώμα
μάθανε. Μόνο να κορφολογούν τον ήλιο.

4.

Η θάλασσα κυνηγάει πάντα την ουρά της.
Η θάλασσα, με τη γαλάζια της άνοια.
Κινούμαι στον πυθμένα• οι καρδιές μου πολλαπλασιάζονται.

5.

Καταμεσήμερο, μια συντριβή σαν της ελιάς:
κομμάτια πια ο πυρήνας,
η γλώσσα λάδι άλαλο.

6.

Ανοικονόμητος ήλιος• το ξόδεμα χωρίς τέλος
ως το τέλος. Θα φύγουμε άραγε τραγουδώντας, όπως τότε,
επιστρέφοντας σπίτι με την άμμο να κολλάει στα πόδια;

7.

Αργά τ’ απόγευμα,
η έκπτωση των αξιών σ’ ασήμι.
Τότε ξεμυτάω εγώ, ο ρακοσυλλέκτης της μέρας.

8.

Σούρουπο: δυο σαύρες μου δείχνουν τις κοιλιές τους
στο τζάμι. Έτσι φανερώνεται
πάντοτε το αρχέγονο.

9.

Χρειάζομαι ένα νέο πρόσωπο•
οι λέξεις κολλάνε στα χείλη μου
σαν μύγες στο μυγόχαρτο.

10.

Ξέρω να καταστρέφω. Έχω βυθίσει
κόσμους στον όλεθρο.
Η φωτιά με γνωρίζει.

11.

Ζώο που γλείφεις το φεγγάρι
στη γούρνα, ασκέπαστο ζώο!
Για σένα κουτσαίνει η νύχτα.

12.

Τα δάχτυλά του στις αρθρώσεις της,
έψαχνε μια λέξη για το όλο της.
Ώσπου λιγόστεψε ο ίδιος σε μια πρόθεση.

13.

Έβαλε το χέρι του βαθιά στο ερμάρι.
Δυο σκιές τρομάξαν αθέατες στ’ άδυτα.
Της πεθαμένης το ρούχο εκεί, διπλωμένο.

14.

«Πόσο με κούρασε η σφαγή αυτή!»
είπε η λάμπα κι έσβησε.
Κάτω της σωρός οι νυχτοπεταλούδες.

15.

Όλοι οι υπηρέτες του θανάτου
απέθαντοι. Όλοι αφοσιωμένοι στην καθαριότητα.
Ο στίχος μοναχός και άοπλος Κιχώτης.

16.

Των ρολογιών ρουλέτες:
Ένα με δώδεκα, οι αριθμοί κληρώνουν
κι όλο κερδίζει ο θάνατος.

17.

Ομολογούσε το σφάλμα της η μεταφορά:
«Οι σκιές με πλανέψαν και είδα αλλιώτικα!»
Φύσαγε παγερή η κυριολεξία.

18.

Είδα το όνομά μου στ’ όστρακο
φαγωμένο: πάλι μ’ έδιωχναν απ’ την πόλη
των σημαινομένων.

19.

Μπορείς να σπάσεις τη μητέρα στα δύο
—μπορείς να τη δεις ως τέρας της άρνησης—
Μπορείς να δαγκώσεις τη γλώσσα σου ως την άγνοια.

20.

Η καρέκλα δεν έχει πόδια. Το φεγγάρι δε γέρνει.
Καμιά ανάσα δεν κόβεται. Όλα είναι ακίνητα, αδιανόητα.
Ο νους μου μόνο παραπαίει στο ψεύδος.

21.

Αφήστε με πάλι ν’ ανεμίσω, χωρίς οστά,
χωρίς γωνίες να ρεύσω πάλι υγρός,
να επιστρέψω στ’ αληθινά στοιχεία μου.

22.

Η ομοιότητα ανάμεσα στο νερό
και τα διάφανα δάχτυλά μου:
κοντεύει ξημέρωμα.

23.

Κέρδισα
σ’ όλα τα άτυχα παιχνίδια
λέξεις έπαθλο.

24.

Εδώ υπήρχαν τρεις στίχοι•
τώρα υπάρχουν ένας, δύο, τρεις
κάλυκες, τρεις διαμπερείς πληγές.


Ο Αντώνης Μπαλασόπουλος γεννήθηκε το 1970 στη Θεσσαλονίκη και είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Έργα του είναι δυο συλλογές αφορισμών και δοκιμίων: «Απ’ το μάτι της βελόνας. Αρχείο ελλειπτικών παρορμήσεων» (GalerieAstra, εκτός εμπορίου, 2010) και «Το βιβλίο των μικρών συλλογισμών» (GalerieAstra, 2011)• τρεις συλλογές ποίησης: «Πολλαπλότητες του Μηδενός» (Σαιξπηρικόν, 2020), «Λευκό στο λευκό» (Ενύπνιο, 2021), και «Το βιβλίο των πλασμάτων» (Σαιξπηρικόν, 2021)• και μια συλλογή σύντομων διηγημάτων, «Ο κύβος και άλλες ιστορίες» (24 Γράμματα, 2021).

Φωτογραφία: Kris Møklebust

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s