Ο Κώστας Κατσουλάρης στο Σαλόνι του BookSitting

Μια κουβέντα με την Τίνα Πανώριου

Η σχέση μου με τους αναγνώστες των βιβλίων μου είναι περιπετειώδης. Καμιά φορά τραυματική, καμιά φορά λυτρωτική. Είναι αλήθεια, το αποδέχονται πια όλοι, ότι το «τελικό βιβλίο»  το γράφει κάθε φορά ο εκάστοτε αναγνώστης.

Κύριε Κατσουλάρη, οι ιστορίες σας στο Αφαίας και Τελαμώνος (εκδ. Μεταίχμιο) διαβάζονται απνευστί. Συγκινήθηκα όμως πάρα πολύ με την «Ανθρωπόπιτα». Πόση απανθρωπιά, πόσος κυνισμός μέσα σε δύο μόνο σελίδες… Πώς τα χωρέσατε όλα αυτά τα τραγικά σε λίγες λέξεις;

Το συγκεκριμένο διήγημα, το «Ανθρωπόπιτα», είναι από πολλές πλευρές ένα οριακό διήγημα. Σκληρό, κυνικό, σίγουρα, αλλά και με κάποιον τρόπο ένα διήγημα που μπορεί ίσως να σε σοκάρει. Έχουμε πλέον συνηθίσει τη φρίκη των ανθρώπων που πνίγονται δίπλα μας στην προσπάθειά τους να βρουν μια καλύτερη ζωή. Ήθελα να γράψω κάτι που να ξεβολεύει τον αναγνώστη, να τον προκαλεί να σκεφτεί το ζήτημα από την αρχή.

Κάποια διηγήματα της συλλογής έχουν δημοσιευτεί παλαιότερα σε εφημερίδες, στο περιοδικό «Δέντρο» κ.λ.π., είναι όμως «φρέσκα», σαν να γράφτηκαν σήμερα. Τα ρετουσάρατε λιγάκι, τα φέρατε στο τώρα; Και πώς αισθανθήκατε που τα ξαναπιάσατε πάλι στα χέρια σας;

Από τα είκοσι τέσσερα διηγήματα της συλλογής, επτά μόνο έχουν δημοσιευτεί ξανά, το πιο παλιό το 2000, και το πιο πρόσφατο μόλις πέρυσι. Όλα έχουν δουλευτεί ξανά, κι έχουν γίνει σημαντικές αλλαγές. Σε αρκετά από αυτά έχω αλλάξει το τέλος, σε κάποια ακόμα και τον τίτλο, γιατί τα είδα κυριολεκτικά από το μηδέν. Τα επέλεξα γιατί θεώρησα ότι ταιριάζουν στο πνεύμα αυτής της συλλογής, που παρεκκλίνει από τον ρεαλισμό, προς διάφορες κατευθύνσεις. Το σημαντικότερο όμως είναι αν αυτή η συλλογή, ως σύνολο, αποτελεί μια λογοτεχνική πρόταση. Οι αναγνώστες θα κρίνουν.

«Δεν γράφω για να καταθέσω τις απόψεις μου, δεν νομίζω ότι οι απόψεις μου έχουν μεγάλη σημασία» είπατε κάπου παλαιότερα. Έτσι είναι όμως; Τότε ποιων οι γνώμες, οι οπτικές μετράνε; Αναρωτιέμαι κι εγώ.

Οι συγγραφείς χαίρουμε ή όχι εκτίμησης για τα βιβλία που γράφουμε, που στην περίπτωσή μου είναι έργα μυθοπλαστικής πεζογραφίας, κυρίως. Γράφω διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, αλλά και κριτικά ή άλλα κείμενα για διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα. Αν το κάνω καλούτσικα ή καλά, αυτό θα ήταν για μένα μεγάλη τιμή, γιατί πιστεύω στη λογοτεχνία ως τρόπο θέασης του κόσμου, όχι μονάχα ως διασκέδαση, κι ακόμα λιγότερο ως «φυγή από την πραγματικότητα». Τα βιβλία μας, με έμμεσο αλλά βαθύτερο τρόπο, είναι και φορείς των απόψεών μας. Πέραν τούτου, κι εμείς, όπως και πολλοί άλλοι, καμιά φορά καταθέτουμε και τις απόψεις μας για ευρύτερα ζητήματα με τη μορφή συνέντευξης ή χρονογραφήματος ή άρθρου. Αυτή η διάσταση της παρουσίας ενός συγγραφέα-λογοτέχνη στον δημόσιο βίο της χώρας είναι επίσης σημαντική, αλλά κατά τη γνώμη μου δευτερεύουσα.

«Αυτό που θα ήθελα να μένει στους αναγνώστες μου, όχι ως ιδέα, αλλά ως βίωμα, είναι η αγάπη»: πάλι δική σας η κουβέντα. Τελικά, «η αγάπη είναι ό,τι πολυτιμότερο έχουμε»; All we need is love;

Να και μια εύκολη ερώτηση! Βεβαίως, ναι. Τι άλλο;

Μιλώντας για αναγνώστες… Οι δικοί σας έχουν κοινή ταυτότητα; Τους αναγνωρίζετε;

Η σχέση μου με τους αναγνώστες των βιβλίων μου είναι περιπετειώδης. Καμιά φορά τραυματική, καμιά φορά λυτρωτική. Είναι αλήθεια, το αποδέχονται πια όλοι, ότι το «τελικό βιβλίο» το γράφει κάθε φορά ο εκάστοτε αναγνώστης, με τη δική του, εντελώς προσωπική και ιδιοσυγκρασιακή ανάγνωση. Είναι μια διαδικασία που, μέσα στον χρόνο, εκτείνεται σχεδόν στο άπειρο. Έρχονται καμιά φορά άνθρωποι, ακόμα και σήμερα, και μου λένε λόγου χάρη «έπεσε στα χέρια μου το άλφα ή βήτα βιβλίο σου», που μπορεί να έχει εκδοθεί είκοσι τόσα χρόνια πριν (π.χ. Ιστορίες από τον αφρό, Εστία, 1997), και μου περιγράφουν τι ένιωσαν, πώς το διάβασαν κ.λπ. και συχνά ακούω πράγματα εκπληκτικά, που δεν τα έχω ποτέ σκεφτεί. Όταν το βιβλίο φεύγει από τα χέρια μας, ανήκει πλέον στους αναγνώστες. Καμιά φορά δυσκολευόμαστε να το χωνέψουμε και οι ίδιοι οι συγγραφείς, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα της λογοτεχνίας: είναι ένα ανοιχτό σύστημα, ένας τόπος συνάντησης, όχι κάτι παγιωμένο. Χωρίς τους αναγνώστες μας, τα βιβλία μας ουσιαστικά δεν υπάρχουν.

Βιβλία σας έχουν μεταφραστεί στα εβραϊκά (Ο νεκρός σκύλος τα μεσάνυχτα) και σε άλλες πολλές γλώσσες. Πώς αισθάνεστε που άνθρωποι άλλης, ας πούμε, κουλτούρας μπαίνουν μέσα στις ιστορίες σας -που μιλούν- για νησιά της Δωδεκανήσου, για την πλατεία Κένεντι;

Θα αντάλλασσα δέκα δυνητικούς αναγνώστες μιας άλλης χώρας με έναν ελληνόφωνο αναγνώστη. Χωρίς να υποτιμώ την αξία αυτού που επισημαίνετε, προτιμώ να διαβάζομαι περισσότερο στη χώρα μου. Οι μεταφράσεις, όταν έρχονται, καλοδεχούμενες.

Κλείνοντας… Έχετε πάρει πολλά σημαντικά βραβεία. Σας «ανεβάζουν» οι βραβεύσεις, σας ενθαρρύνουν να συνεχίσετε τα γραψίματα; Ή κρατάτε αποστάσεις;

Μην το λέτε έτσι, θα σας διαβάσουν τα μέλη των επιτροπών και θα πουν «αυτός έχει πάρει τα βραβεία του, δεν χρειάζεται άλλα»! Η αλήθεια είναι ότι έχω τιμηθεί δις, με το βραβείο του Αναγνώστη και με βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Τα χάρηκα και τα δύο με την καρδιά μου, σαν παιδί που του κάνουν αναπάντεχα ένα μεγάλο δώρο. Δεν κρατάω αποστάσεις ούτε όμως καλλιεργώ συνάφειες με κάποιον σκοπό. Καλό είναι όμως να υπάρχουν πολλά, και κατά τον δυνατόν σοβαρά βραβεία (που σημαίνει: αξιόπιστες επιτροπές). Τα βραβεία δεν είναι μόνο αναγνώριση, είναι πρωτίστως ενθάρρυνση, την οποία όλοι μας χρειαζόμαστε.

Οι γιορτές είναι εδώ. Σας χαροποιούν ή μήπως σας μελαγχολούν;

Πλέον, μόνο με χαροποιούν. Μου αρέσει πολύ να κυκλοφορώ στην Αθήνα τέτοιες μέρες, να κάνω βόλτα στα βιβλιοπωλεία, να σουλατσάρω στους δρόμους με τα κιτς λαμπιόνια. Μου αρέσει αυτός ο ψεύτικος κόσμος των γιορτών, κι ας βασίζεται περισσότερο στην κατανάλωση και λιγότερο στη συνύπαρξη και στα τελετουργικά. Αλλά δεν στεναχωριέμαι για όσα έφυγαν, λαχταράω όσα έρχονται. Άλλωστε, έχουμε όλον τον υπόλοιπο χρόνο για να βράζουμε στο ζουμί της πραγματικότητας.

Ο Κώστας Κατσουλάρης γεννήθηκε στην Άρτα το 1968. Σπούδασε οικονομικά στην Αθήνα, κινηματογράφο στο Παρίσι και λογοτεχνία στη Θεσσαλονίκη. Έχει εκδώσει οκτώ βιβλία πεζογραφίας κι έχει συμμετάσχει με διηγήματά του σε συλλογικές εκδόσεις. Διήγημά του έχει συμπεριληφθεί στη γερμανική ανθολογία Αθήνα, μια λογοτεχνική πρόσκληση, η νουβέλα του Ο άντρας που αγαπούσε τη γυναίκα μου έχει μεταφραστεί στα τουρκικά, ενώ η νουβέλα του Νεκρός σκύλος τα μεσάνυχτα έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, στα ισπανικά και στα εβραϊκά. Το θεατρικό του έργο Όταν ο λύκος είναι εδώ ανέβηκε στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη και σε φεστιβάλ στην Τουρκία. Η συλλογή διηγημάτων του Νυχτερινό ρεύμα (2015), τιμήθηκε με το βραβείο διηγήματος του περιοδικού «Αναγνώστης» καθώς και με το βραβείο του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών. Έχει συνεργαστεί, ως βιβλιοκριτικός, με τις εφημερίδες «Το Βήμα»/»Βιβλία» και «Ε-λεύθερος Τύπος», καθώς και με το περιοδικό «Διαβάζω». Τον Ιούνιο του 2009 ίδρυσε τη μηνιαία εφημερίδα-freepress για το βιβλίο, «BookPress», η έκδοση της οποίας συνεχίζεται στο διαδίκτυο (bookpress.gr). Μεταξύ 2010-2013 εργάστηκε ως συντονιστής του προγράμματος ΕΣΠΑ «Καινοτόμες δράσεις για την ενίσχυση της φιλαναγνωσίας των μαθητών» στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s