Ο Γιώργος Ανδρίτσος στο Σαλόνι του BookSitting

Ο συγγραφέας Γιώργος Ανδρίτσος απαντά στις ερωτήσεις του BookSitting, με αφορμή το νέο του βιβλίο «Εδώ δεν είναι Αμερική (ή μήπως είναι;)»: μια συλλογή διηγημάτων που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αγγελάκη.

Ο Γιώργος Ανδρίτσος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Έζησε για χρόνια στο εξωτερικό και εργάστηκε ως οδηγός, μπάρμαν, DJ και μάνατζερ σε εστιατόρια-μπαρ στη Σκανδιναβία, την Αγγλία, την Τενερίφη και την Ισπανία. Το 2007, το βιβλίο του με τίτλο A Little More Than Just Drinks & Cocktails (στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες με τον τίτλο Καλωσήρθατε στον κόσμο των κοκτέιλ), διακρίθηκε για τη λογοτεχνική του αξία αποσπώντας το πρώτο βραβείο για το καλύτερο βιβλίο ποτών στον κόσμο, στην έκθεση βιβλίου του Λονδίνου. Έχει κυκλοφορήσει σε έξι χώρες: Νορβηγία, Σουηδία, Γαλλία, Κεμπέκ, Ισπανία και Ελλάδα.

Το 2010 άρχισε να παρακολουθεί σεμινάρια δημιουργικής γραφής στη Βαρκελώνη, συνέχισε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης και πήρε το μεταπτυχιακό του στη δημιουργική γραφή από το Bath Spa University της Αγγλίας, όπου αποφοίτησε με άριστα το 2013. Έκτοτε έκανε σεμινάρια δημιουργικής γραφής στη Νορβηγία, την Αγγλία, την Ισπανία και συνεχίζει μέχρι και σήμερα στην Ελλάδα. Έχει γράψει τη συλλογή ποιημάτων Stop and listen, volume Ι & ΙΙ. Έχει επίσης επιμεληθεί τη λογοτεχνική πραγματεία Και το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας πηγαίνει στον… Bob Dylan, του Δημήτριου Π. Νάσκου. Μιλήσαμε μαζί του με αφορμή το νέο του βιβλίο Εδώ δεν είναι Αμερική (ή μήπως είναι;) που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αγγελάκη.

Εδώ δεν είναι Αμερική (ή μήπως είναι;)… Ένας τίτλος για σκέψη. Έχετε ζήσει στην Αμερική; Και πιστεύετε, όντως, ότι έχουμε γίνει Αμερική;

Επέλεξα, ή μάλλον οι χαρακτήρες των διηγημάτων επέλεξαν, τον κεντρικό τίτλο λίγους μήνες πριν την ολοκλήρωση του βιβλίου, που κράτησε περίπου πέντε χρόνια. Πέρυσι, όταν γινόταν η μετάφραση από τα αγγλικά στα ελληνικά, και με τη βοήθεια της μεταφράστριας και επιμελήτριάς μου, Σοφίας Βεργίνη, προσθέσαμε τον υπότιτλο (ή μήπως είναι;) και ταυτόχρονα δυναμώσαμε τις ιστορίες συμπληρώνοντας πολιτισμικά στοιχεία που έχουν άμεση και έμμεση σχέση με τον τίτλο και τα διηγήματα.

Αν και ζούσα στο εξωτερικό σχεδόν τρεις δεκαετίες, δεν έχω πάει στην Αμερική. Σχεδίαζα ένα πολύμηνο ταξίδι για μία έρευνα πάνω σε ένα μυθιστόρημα που θέλω να γράψω, αλλά έπεσα πάνω στον διαβόητο covid-19, headlong, όπως λένε και οι φίλοι μας οι Αμερικανοί. Όμως έχω ταξιδέψει πνευματικά, ψυχικά και συναισθηματικά σχεδόν σε όλον τον χαρισματικό, πολυμορφικό και πολύπλευρο Νέο Κόσμο. Και αυτό το κατάφερα διαβάζοντας αμερικανική λογοτεχνία, παρακολουθώντας ταινίες, ντοκιμαντέρ, συνεντεύξεις και συναναστρεφόμενος Αμερικανούς φίλους.

Το συμπέρασμά μου είναι ότι, όχι, δεν έχουμε γίνει Αμερική, αλλά σε αρκετά διηγήματα που υπάρχουν μέσα στο βιβλίο, η χώρα μας μοιάζει με εκείνη. Οι Έλληνες, όπως και πολλοί άλλοι λαοί, είναι επηρεασμένοι από την αμερικανική κουλτούρα σε πολλά και διάφορα σημαντικά επίπεδα της καθημερινότητας: ενδυμασία, τεχνολογία, γκάτζετς, λογοτεχνία, σινεμά, τρόποι συμπεριφοράς, γλώσσα και άλλα.

Μας έκανε εντύπωση το γεγονός ότι το βιβλίο σας είναι μεταφρασμένο. Από ποια γλώσσα; Δεν γράφετε στα ελληνικά;

Από το 1991 μέχρι το 2016 ζούσα, δούλευα και σπούδαζα στο εξωτερικό. Είμαι Νορβηγός υπήκοος, μιλάω Νορβηγικά, αλλά η γλώσσα η οποία ανέκαθεν μου άρεσε είναι τα αγγλικά και ιδιαίτερα τα αμερικανικά, γλώσσα την οποία λατρεύουν να μιλούν οι Σκανδιναβοί. Σχεδόν όλα τα βιβλία που διάβασα και διαβάζω είναι στα αγγλικά. Τον τελευταίο χρόνο, και λόγω της μετάφρασης και επιμέλειας των βιβλίων μου, άρχισα πάλι να διαβάζω και να γράφω στα ελληνικά.

Διαχωρίζετε τα αμερικανικά αγγλικά από τα βρετανικά. Ως προς τι διαφέρουν κατά τη γνώμη σας;

Πολύς κόσμος θεωρεί τα αμερικανικά αγγλικά ελάσσονα γλώσσα, συγκρίνοντάς τα με αυτά της Μεγάλης Βρετανίας. Ο Ιρλανδός θεατρικός συγγραφέας Τζορτζ Μπέρναρντ Σο έλεγε ότι η Αγγλία και η Αμερική είναι δύο έθνη που τα χωρίζει μία κοινή γλώσσα. Αυτό πιστεύω ότι οφείλεται στη διαφορετικότητα της κουλτούρας των δύο λαών και στον τρόπο που χειρίζονται τη γλώσσα τους σε προφορικό και γραπτό επίπεδο. Τα αγγλικά της Μεγάλης Βρετανίας θεωρούνται πιο κομψά και εκλεπτυσμένα σε σχέση με τα αμερικανικά. Προσωπικά μού αρέσει να μιλάω και να γράφω στα αμερικανικά αγγλικά, επειδή τα βρίσκω πιο άμεσα, ειλικρινή, εκφραστικά και απαλλαγμένα από τα περιτυλίγματα, τα φρου-φρου και τις κορδέλες των βρετανικών.

Ευτυχώς, κατά τη γνώμη μου, συγγραφείς όπως ο Έζρα Πάουντ, ο Χένρυ Τζέιμς, ο Τ.Σ. Έλιοτ και η Σύλβια Πλαθ που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Αμερική, αλλά στη συνέχεια έζησαν, εργάστηκαν και πέθαναν στη Μεγάλη Βρετανία, εισήγαγαν στη βρετανική γλώσσα νέους, τολμηρούς, ζωηρούς και ουσιώδεις αμερικανικούς τρόπους γραφής και κοσμοθέασης.

Ποια ήταν η αφορμή για να γράψετε τα διηγήματα που εμπεριέχονται στο βιβλίο σας;

Όταν σπούδαζα για το μεταπτυχιακό μου στη δημιουργική γραφή, στην πόλη Μπαθ της Αγγλίας, το 2013, χώρα όπου έζησα για εννιά χρόνια, ο βασικός μου καθηγητής, βραβευμένος ποιητής και μυθιστοριογράφος, Τζέραρντ Γούντγουορντ, μου πρότεινε να γράψω για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα, αν και είχα καταθέσει μία άλλη πρόταση για συλλογή διηγημάτων.

Εάν ήξερα τότε ότι θα ήταν μια τόσο δύσκολη αποστολή, πραγματικά δεν θα την ξεκινούσα ποτέ. Ήταν αρκετές φορές που ήθελα να ρίξω μαύρη πέτρα, αλλά έχω μάθει στη ζωή μου ότι όταν δίνεις υποσχέσεις καλό είναι να τις κρατάς. Κι έτσι, μετά από μία έρευνα δύο μηνών στην Ελλάδα, έγραψα πέντε ιστορίες, τις παρέδωσα, πήρα καλό βαθμό, και στα επόμενα χρόνια και μετά από ενδελεχή έρευνα στους δρόμους μιλώντας με πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους και διαβάζοντας όσο μπορούσα για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι συμπολίτες μου στην καθημερινότητά τους, έγραψα άλλες δεκαπέντε ιστορίες. Και τολμώ να πω ότι, κοιτώντας μέσα από διαφορετικά πρίσματα τη σκληρή πραγματικότητα εκείνων των χρόνων και με τις κεραίες μου τεντωμένες για τον παραμικρό ψίθυρο, στην πορεία ξεδίπλωσα πτυχές του χαρακτήρα μου που δεν ήξερα ότι υπήρχαν και έμαθα πάρα πολλά σημαντικά πράγματα για τη ζωή και τον θάνατο, πράγματα που θέλω να πιστεύω ότι με κάνουν χαρούμενο που αναπνέω ακόμη.

Τα διηγήματά σας είναι βασισμένα σε κάποια αληθινά πρόσωπα ή είναι όλα μυθοπλασία;

Όσοι έχουν διαβάσει τη συλλογή μου, μου κάνουν την ίδια ερώτηση. Και όταν τους λέω ότι όλοι οι χαρακτήρες μου είναι μυθοπλαστικοί, μισοκλείνουν με δυσπιστία τα μάτια, σαν να λένε: είσαι σίγουρος; Κι όταν τους κλείνω το μάτι χαμογελώντας, γελάνε κι αυτοί λες και με έπιασαν να λέω κάποιο ψέμα ή σαν να με έκαναν να αποκαλύψω κάποιο μυστικό.

Ποιος είναι ο αναγνώστης στον οποίο απευθύνεστε; Εννοώ έχετε κάποιο κοινό που θεωρείτε ότι θα ενδιαφερθεί περισσότερο για τα διηγήματά σας;

Λόγω της φύσης και της θεματολογίας των διηγημάτων -ρεαλισμός με μία απαλή δόση μεταφυσικού όπου διερευνάται ο θεσμός της οικογένειας, η έννοια της φιλίας, αλλά και οι κλονισμένες σεξουαλικές σχέσεις, πάντα με φόντο την οικονομική κρίση στην Ελλάδα- πιστεύω ότι η συλλογή θα μπορούσε άνετα να διαβαστεί από όλες τις ηλικίες και των δύο φύλων και από όλα τα κοινωνικά στρώματα.

Πώς είναι η εκδοτική εμπειρία ενός νέου συγγραφέα; Βρίσκει εύκολα εκδότη;

Θα έλεγα ότι στις μέρες μας είναι αρκετά δύσκολο να βρει ένας συγγραφέας έναν αξιόπιστο και δημιουργικό εκδοτικό οίκο που θα πάρει το ρίσκο να εκδώσει και να προωθήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το βιβλίο του. Οι συγγραφείς είναι πολλοί και τα βιβλία ακόμη περισσότερα. Λόγω της μάστιγας του μεταμοντερνισμού στον τρόπο αντίληψης και σκέψης, γενικά υπάρχει μία εμφανής σύγχυση όσον αφορά τα κριτήρια με τα οποία αξιολογείται ένα βιβλίο ως καλό ή κακό. Θα μπορούσα να γράψω ένα μακροσκελές δοκίμιο γι’ αυτό το θέμα.

Στην Ελλάδα, ένας συγγραφέας συνήθως δεν χρειάζεται να έχει έναν ατζέντη που θα διαβάσει, θα συμβουλέψει και έπειτα θα προσπαθήσει να βρει τον κατάλληλο εκδοτικό οίκο για το βιβλίο του. Στη χώρα μας αυτή τη διαδικασία μπορεί να την κάνει ο ίδιος γλυτώνοντας έτσι ένα σημαντικό ποσοστό από το καθαρό κέρδος του.

Στο εξωτερικό τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Οι περισσότεροι εκδοτικοί οίκοι δέχονται βιβλία εφόσον έχουν περάσει από τα μάτια κάποιου έμπειρου ατζέντη, ο οποίος όταν καταφέρει να υπογράψει συμβόλαιο, θα διεκδικήσει από δεκαπέντε έως και είκοσι τοις εκατό από τα καθαρά κέρδη του συγγραφέα. Αυτό το ξέρω καλά επειδή έχω εκδώσει ένα βιβλίο σε αρκετές χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής και έχω πάει στις μεγαλύτερες εκθέσεις βιβλίων στον κόσμο. Και επειδή το μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας το καρπώνονται οι αγγλοσαξονικοί οίκοι, θα ήταν πολύ πιο εύκολο για έναν συγγραφέα να έχει μεταφράσει το βιβλίο του στα αγγλικά. Με αυτόν τον τρόπο γλυτώνουν οι εκδότες τα έξοδα μετάφρασης και ταυτόχρονα διαβάζουν ένα κείμενο στη γλώσσα τους.

Έχετε ήδη αποσπάσει μια διάκριση για ένα βιβλίο σας. Μιλήστε μας λίγο γι’ αυτό.

Πράγματι, κέρδισα το βραβείο του καλύτερου βιβλίου κοκτέιλ στον κόσμο το 2007 στην έκθεση βιβλίου του Λονδίνου ανάμεσα σε τριάντα τίτλους. Αυτό που έκανε το βιβλίο να ξεχωρίσει ήταν η λογοτεχνική αξία του κειμένου, η δομή, το περιεχόμενό του μαζί με το ντιζάιν και τις φωτογραφίες. Έπειτα εκδόθηκε σε έξι χώρες και παρά την οικονομική κρίση πούλησε 55.000 αντίτυπα.

Το συγκεκριμένο βιβλίο άρχισα να το γράφω το 2000. Η πρώτη απόπειρα έκδοσης στη Σκανδιναβία απέτυχε, επειδή οι επιμελητές βρήκαν το κείμενο ακαδημαϊκό και αριστοτέλειο. Μετά από ένα σεμινάριο γραφής το 2005, το επιμελήθηκα και κατάφερα να υπογράψω συμβόλαιο με την Bacardi Global το 2007. Τα χρήματα που έλαβα όχι μόνο με βοήθησαν να καλύψω όλα τα έξοδα της παραγωγής του βιβλίου, αλλά επίσης, χάρη σ’ αυτά, κατάφερα να το παρουσιάσω σε δικό μου περίπτερο, στη μεγαλύτερη έκθεση βιβλίου στον κόσμο στη Φρανκφούρτη. Την εβδομάδα που ήμουν εκεί, πραγματικά συνειδητοποίησα πώς λειτουργεί ο πολύπλοκος μηχανισμός του βιβλίου σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ετοιμάζετε ήδη το επόμενο;

Σύντομα τελειώνω το πρώτο μου μυθιστόρημα, Σκοτεινά μονοπάτια. Είναι ένα πολύπλευρο και δυναμικό έργο που διαδραματίζεται στη Θεσσαλονίκη, σε ένα χωριό στα βουνά της Μακεδονίας και στην Αθήνα. Ξεκίνησα να το γράφω το 2016. Είχα επηρεαστεί από το διήγημα του Χέμινγουεϊ, Οι Δολοφόνοι. Έτσι αποφάσισα να γράψω ένα διήγημα, αλλά το διήγημα έγινε νουβέλα και στη συνέχεια άρχισε να παίρνει τη μορφή μυθιστορήματος. Σε αυτό το συναισθηματικό, δραματικό, αστυνομικό μυθιστόρημα, προσπαθώ να εξερευνήσω αν η αγάπη είναι ισχυρότερη από το μίσος, αν η βία είναι η απάντηση στα προβλήματά μας και αν οι αναμνήσεις είναι ισχυρότερες από την πραγματικότητα. Και τέλος… υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s