Μικρή ανθολογία για την Ποίηση

21+1 ποιήματα Ποιητικής με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης.

[Εικόνα: Ζωγραφικό έργο του Johann Heinrich Tischbein
The Nine MusesErato (Lyric Poetry), 1781]

Το BookSitting ανθολογεί 22 ποιήματα για την τέχνη της Ποίησης. Συμμετέχουν με αλφαβητική σειρά οι ποιητές και οι ποιήτριες: Μαρία Αθανασοπούλου, Γεωργία Βεληβασάκη, Κώστας Γουλιάμος, Δήμητρα Δημητρίου, Γιώργος Δουατζής, Κατερίνα Θανοπούλου, Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Αλεξία Καλογεροπούλου, Έφη Καλογεροπούλου, Ηλίας Κεφάλας, Σπύρος Κιοσσές, Βιβή Κοψιδά -Βρεττού, Κατερίνα Λιάτζουρα, Ελένη Λιντζαροπούλου, Ελένη Νέστορα, Τόλης Νικηφόρου, Ασημίνα Ξηρογιάννη, Τάκης Π. Πιερράκος, Γιώργος Ρούσκας, Μαριαλένα Σπυροπούλου, Τασούλα Τσιλιμένη, Αντώνης Τσόκος.

Επιμέλεια – ανθολόγηση: Αλεξία Καλογεροπούλου
alexia.kalogeropoulou@gmail.com

 

Μαρία Αθανασοπούλου

Ποίηση και Ποιήματα

 

Τι είναι άραγε η π ο ί η σ η
Τι είναι τα π ο ί η μ α τ α;
Αν δεν είναι:
Το απόσταγμα,
Το κατακάθι,
Της ψυχής και του νου η κατάθεση
Στις ρωγμές του χρόνου η απαντοχή και η απάντηση
Του φόβου και του θανάτου τα ψήγματα
Η μαγιά της χαράς και της λύπης
Του έρωτα τα φτερά που οπλίζουν την έμπνευση
Το ξαπόσταμα και η ανάπαυλα
στης ζωής τ’ ανηφόρι
Η σπονδή στους απόντες όταν ο πόνος γλυκάνει
Το φως στο σκοτάδι που κυκλώνει τον ορίζοντα
Η όαση στης καρδιάς την ερήμωση
Το δροσερό αεράκι στο κατακαλόκαιρο
κ α ι
Η ζεστασιά στης ψυχής τους χειμώνες.

(Πρώτη δημοσίευση)

 


 

 

Γεωργία Βεληβασάκη

Short Message Service

 

<>
Είμαστε όλοι καλά στο σπίτι.
Η θερμοκρασία σταθερή.
Δυο τρία σκαλιά δεν είναι πρόβλημα.
Οι ρίζες μας καρφωτές
γαβγίζουν
στα αναρριχητικά του κήπου.
Πού και πού ακούγονται κοτσύφια.

Ο πατέρας σου
καθυστερεί την ανάπτυξη του όγκου του
– άλλη ελπίδα για συγχώρεση δεν έχει.
Κι εγώ
κάνω ό,τι μπορώ
να τον συγκρατήσω από τη λύτρωση.
Λίγο λίγο σπάω τις φάλαγγες των δαχτύλων μου.
Τα απογεύματα
τσακίζω την ωμοπλατιαία άκανθα
και μ’ ένα τσιγάρο
απορρυθμίζω τη συσκευή του οξυγόνου.
Ύστερα κατεβαίνω προς τα κάτω.
Αντέχω.
Έχω προηγουμένως κρεμάσει τα έντερά μου
στην τηλεόραση του δωματίου.
Με ένα πανί συγκρατώ το εξόγκωμα γύρω από τη δίκανο.
Αφήνω τις μέρες να περνούν
πάνω από το ταβάνι, τους τοίχους, το πάτωμα
αβίαστα.
Εκείνος με βλέπει.

Αποφάσισα, κόρη μου
να βγάλω το τραχειοβρογχικό μου δέντρο
από την πρίζα.

<>
Μην την ακούς.
Επιταχύνω όσο μπορώ.
Κοιμάμαι και ξυπνάω με το τσεκούρι στο στήθος.
Ακονίζω τη λεπίδα, θυμάμαι πράγματα
στερεώνω τη λαβή στο κενό ανάμεσα στις πλευρές
και πιέζω.
Αλλά η μάνα σου
-σταθερά προσανατολισμένη
στην απόσταση–
αρνείται τα δώρα μου.
Διπλώνεται στο πάτωμα και δείχνει
τα παραμελημένα.
Αυτή φταίει που στέκομαι όρθιος
με ένα ξυράφι κάτω από τη γλώσσα.

[11/12/2022]

(Πρώτη δημοσίευση)

 


 

 

Κώστας Γουλιάμος

Η Εποχή της Σάρκας

 

Ας φέρει φως ο έρωτας
φωτιά τα κόκαλα να πάρουν
τη νύχτα που δεν φτάνει
το αθέατο κύμα
στ’ απόκρυφα μέρη

Ας γίνει ο ήλιος φλόγα τρυφερή
στων εραστών τη σάρκα
να πυρωθεί ο μέγας πόθος
στου βυθού το άγριο θαύμα
με του Νοτιά τους κρυφούς ανέμους
και τους αδέσποτους του κάτω κόσμου
που `χουν το αίμα για φωνή και συντροφιά το χιόνι

Ας φύγει τούτη η εποχή που πνίγεται στο αίμα
-πάντα ο χρόνος πνίγεται στο αίμα-
και οι πόλεις που αγάπησες με τα τρομερά βουνά
ας ξεριζώσουν τη νύχτα
και τα παιδάκια με τα ποδήλατα
που ταξιδεύουν στην άδεια πλατεία
ας κρυφτούν στη σάρκα σου

Παντού φωτιά παντού φωνές
αγριεμένο όνειρο
παντού η ερημιά της ύλης
το γυμνό μάτι στο ακέφαλο φεγγάρι
ο ιδρώτας της σάρκας
παντού η αγαπημένη σάρκα του καθρέφτη

Δεν είναι καιρός για ήρωες
Οι ήρωες πέταξαν μουγκρίζοντας
κοιμούνται ήσυχοι σε πικρά δωμάτια

(Πρώτη δημοσίευση)

 


 

 

Δήμητρα Δημητρίου

Έξοδος

 

Κοίταξε κατά ’κεί που ορίζουν το βιος της με το στρέμμα.
Kι όπως ανεξήγητα παραμερίζει ο χρόνος
κι έτσι να κάνεις το χέρι σου για να τ’ αγγίξεις
’κεί που το φως χαριτώνει το σκότος
με στάρι κι ευλογημένο ψωμί
κι ο λεπτουργός αφήνει ζωγραφισμένη την ανάσα του
στου βράχου τη σχισμάδα
ήχοι συντονισμένοι με το κύμα, μολπές φλογέρας,
όστρακα, πέτρες, ελιές, κυπάρισσο,
ανεμώνες
γλυφό νερό και οστεοφυλάκια
χύνουνται καταγής
oι τελευταίες μας λέξεις.

Είναι κάποιοι χαλασμοί δίχως αστραπόβροντα.
Είναι που μέσα μας λιώνει το σίδερο, πυρώνει κι εκεί που ’ναι να λιώσει,
μην έχοντας άλλο σκαλί για να κυλήσει πιο κάτω, πιο βαθιά,
μορφούται και πλάθεται.
Μπορούμε να φανταστούμε κιόλας πως γίνεται απαλό
πως γεννήθηκε για να του δώσουν σχήμα
ελατό στης ζωής τον χαλκεώνα
και πως μπορούμε να το λυγίσουμε, να το λεπτύνουμε ή ακόμα και να το συγκολλήσουμε
με άλλο σίδερο, δεν νομίζετε;

Πάσα τέχνη διά πυρός
και πόση βία και βαναυσία το χτύπημα με το σφυρί στ’ αμόνι.

(Πρώτη δημοσίευση)

 


 

 

Γιώργος Δουατζής

Θα έρθει η ώρα

 

Κάποτε θα έρθει η ώρα
που θα αναζητήσετε τους γνήσιους ποιητές
ως είδος πλέον εν ανεπαρκεία

Γέμισαν αποθήκες με ρηχότητα
-ξεδιάντροπα και δίχως ενοχές
εν πλήρει επαρκεία-
από αναδευτές λέξεων και λογοκλόπους
βορά σε μια στιγμή δημοσιότητας
συχνά και βραβευμένης

Νομίζατε πως χάθηκαν οι γνήσιοι ποιητές
στα κύματα ορδών αυτοχρισμένων
που παίρνουν πόζα περισπούδαστων
σε αναρτήσεις, περιοδικά
παράτες, φεστιβάλ, παρουσιάσεις
Μα, γελαστήκατε οικτρά

Δεν θα χαθούν ποτέ οι γνήσιοι ποιητές
θωρακισμένοι με ήθος, πίστη και αξίες
στεγασμένοι από λέξεις, οράματα και μουσικές
ιδανικά ταξίδεψαν στους ουρανούς
ανέγγιχτοι από φήμες, φτηνά κουτσομπολιά
υπονομεύσεις, αυλές και υποτακτικούς
μηχανορραφίες και άλλες αθλιότητες
που ενδημούν
σε τάχατες πνευματικούς ανθρώπους

Και μην μου πεις
μέρος της κοινωνίας είναι κι αυτοί
τι περιμένεις;
Γιατί οι γνήσιοι ποιητές δεν χώρεσαν ποτέ
σε οίκους ευτελείας

Κάποτε θα έρθει η ώρα
που θα αναζητήσετε τους γνήσιους ποιητές
κι ολόκαρδα εύχομαι να τους βρείτε

(Ανέκδοτα, 2022)

 


 

 

Κατερίνα Θανοπούλου

Προσωρινοί

 

Η Λέξη
σκίζει
διαπερνά
τις κοίλες πτυχές
της αφομοίωσης,
που κομπάζει
ψιθυρίζοντας
λόγια ερωτικά
Αυτούσια,
στη σύνδεση με το υπογάστριο,
εκδικείται,
με υψωμένες τις κυρτές λόγχες
της Αλήθειας.
Φακοί,
που μεγεθύνουν
τις μεταλλάξεις,
οι γερασμένες σκουριές
ανάμεσα
στους μηρούς,
που διαλαλούν τη φθορά.

Αλίμονο,
τα Καλοκαίρια
πάντα
ακολουθούνται
από Χειμώνες

(Από την ποιητική συλλογή «Ζώσα μνήμη», εκδόσεις Άπαρσις, 2021)

 


 

 

Γιώργος Χ. Θεοχάρης

Για τα ωδικά και μη πτηνά

 

Πόσο ακριβή ομορφιά,
όταν, μέσα από συστάδες
προσμονής απελπισμένης,
το κοτσύφι της έμπνευσης
ορμητικά ξεπετιέται

Και πόση απογοήτευση αν,
το πουλί που μόλις εφτερούγισε
ενώ πως ήταν ωδικό πτηνό
επίστεψε,
δεν αποδείχτηκε παρά μία δεκαοχτούρα,

Ωστόσο,
ακόμη κι εκείνο το μονότονο «γρου – γρου»,
μπορεί, ορισμένως, ικανό να σταθεί
βγάζοντάς μας από μια παρατεταμένη
κατάσταση σιωπής ώστε

ενεργοποιεί στις φλέβες μας
τη δόξα της επιθυμίας

(Πρώτη δημοσίευση)

 


 

 

Αλεξία Καλογεροπούλου

Ποίημα

 

Σε τάιζα με λέξεις
για να μην κοιμηθείς
και λάλον ύδωρ
σου ’δινα για να ξεδιψάσεις,
παιδί μου,
του πνεύματός μου σάρκα,
πόσο μου μοιάζεις.
Το βλέπω
κάθε φορά που απλώνεσαι ελεύθερα
στη λευκή σελίδα.

(Πρώτη δημοσίευση στο BookSitting, 26.04.2021)

 


 

 

Έφη Καλογεροπούλου

Μέχρι να γίνει λέξη

 

Πίσω απ’ τις ράχες των βιβλίων
υγρασία
μέχρι να γίνει λέξη.
Πίσω απ’ τις λέξεις
τοίχοι γυμνοί
χάρτης πένθους
αυτή η σκασμένη γωνιά από ασβέστη
ανοίγει ρωγμή στη διπλανή σελίδα
εσοχή που ξεπλένει
κρίματα κι ανορθογραφίες.
Ξεφυλλίζουμε
χρόνο παιδικό στην άκρη
μας χτυπούν πισώπλατα οι λέξεις
κάθε φορά σε άλλη θέση
βρίσκουν στόχο
εκεί
την πλάτη γδέρνει ένα καρφί
φωνήεν
κρατά παλιά σκουριά
κάτι τραυλίζει
κάτι μου λέει
που γίνεται πηλός
λεκές ήχου στρογγυλός
σώμα από χώμα
κι άλλοτε
ακίδα που πληγώνει.

Κι ύστερα στο Πέρασμα του Φόρου
πατημασιές πλήθος
τα θαύματα κατηφορίζουν
ένα δρομάκι παράπλευρο στο κοιμητήρι
κι έρχονται στο δωμάτιο
νύχτα
παράφορες φράσεις σμίγοντας
στα σκοτεινά, του τύπου:
Όταν αγαπάς μέχρι και οι νεκροί
χαμογελούν.

(Από τη συλλογή «Έρημος όπως Έρωτας», εκδόσεις Μετρονόμος, 2015)

 


 

 

Ηλίας Κεφάλας

Όπως στα ποιήματα 

 

Ἀκοῦς παραμύθια
Μὲ παράλογη πλοκὴ
Ἤ ‒ἀκόμα καλύτερα‒ συζητήσεις
Ἐγκολπωμένες στὴν ὑπερβολὴ
Καὶ τότε ἀναρωτιέσαι: γίνονται αὐτά;
Μὰ εἶναι ὅπως στὰ ποιήματα
Ποὺ ἔρχονται ἀπὸ ἄλλους τόπους
Μὲ ἄλλα μέτρα καὶ σταθμὰ
Ποὺ περιγράφουν πράγματα
Μ’ αἰνιγματώδη τρόπο
Κι ἀναρωτιέσαι πάλι: εἶναι δυνατόν;
Καὶ βέβαια εἶναι δυνατὸν
Ὅταν τὸ ποίημα ἀποφαίνεται
Πρέπει νὰ τὸ πιστέψεις

(Πρώτη δημοσίευση. Διατηρήθηκε η πολυτονική γραφή του ποιητή.)

 


 

 

Σπύρος Κιοσσές

Της ποίησης μικρός επαναστάτης

 

Σήμερα σθεναρή θα προβάλω αντίσταση στις λέξεις.
Θα τραβήξω τις κουρτίνες το πρωί κι οι ακτίνες του ήλιου θα φωτίσουν το δωμάτιό μου. Όπως τα δωμάτια τόσων ανθρώπων. Ούτε θα τρυπώσουν νωχελικά, ούτε θα διαλύσουν της ύπαρξής μου τα σκοτάδια. Απλά, οι ακτίνες του ήλιου θα φωτίσουν το δωμάτιο.
Σήμερα θα αφήσω τις λέξεις να ξεκουραστούν στην κυριολεξία τους. Θα φτιάξω καφέ και θα βγω να περπατήσω στους δρόμους. Θα κοιτάζω τα δέντρα, τους ανθρώπους, τ’ αυτοκίνητα, και θα είναι μόνο αυτό: δέντρα, άνθρωποι, αυτοκίνητα. Όχι σύμβολα. Όχι μέρη σκηνικού μυθοπλασίαςεν τη γενέσει.
Σήμερα θ’ αφήσω τους ανθρώπους να ξεκουραστούν στη μονοσήμαντη υπόστασή τους. Δεν θα ψάξω βαθύτερα νοήματα. Θα περπατήσω απαλάστην επιφάνεια των πραγμάτων.
Σήμερα θα έρθω να σε βρω, κι ο χρόνος θα κυλήσει στην ομαλή κανονικότητά του. Δεν θα παγώσει το σύμπαν γύρω μας για να προλάβουμε εμείς να ερωτευτούμε. Τα σημάδια που θα κάνεις στο κορμί απλές μελανιές θα είναι, που θα σβήσουν με τον καιρό, κι όχι ανεξίτηλο της αγάπης μελάνι που θα σφραγίζει τον έρωτά μας ες αεί.
Σήμερα της ποίησης θα γίνω μικρός επαναστάτης. Θ’ αντισταθώ στης τέχνης της το γήτεμα και θα χαρώ το τετριμμένο του κόσμου. Μέχρι αργά το βράδυ. Κι ύστερα, θα δω τις καινούργιες ακτίνες του ήλιου να τρυπώνουν νωχελικά και να διαλύουν της ύπαρξής μου τα σκοτάδια. Τις ξεκούραστες λέξεις μου θα μαζέψω μετά, όμορφα θα τις παρατάξω στο χαρτί, τη μέρα την πεζή που ξεκινάθα κατακάψω, τον κόσμο όλο θα ξαναφτιάξω απ’ την αρχή.

(Από τον τόμο «Μικρές επαναστάσεις», εκδόσεις Παράξενες Μέρες, 2017)

 


 

 

Βιβή Κοψιδά-Βρεττού

Προσόδιον

 

Κανονικά την ποίηση -αλλά και τους ποιητές-
Η ζωή θα ‘πρεπε να τους απασχολεί
και πολύ λιγότερο έως καθόλου
ο θάνατος
Γιατί τη ζωή πεθαίνουν οι άνθρωποι
Αυτή κάθε μέρα κηδεύουν
Με θανάτους που δεν λογίζονται
στα δεφτέρια τους θάνατοι
τις μέρες δαίμονες κυνηγούν
θηράματα βόρειας αγριάδας
κι άγιοι πως είναι ορκίζονται
στα συναξάρια κατατρεγμένοι
του άμωμου βίου τους

Τις νύχτες πάλι εφιάλτες ονειρεύονται
για παράδεισους πως νέοι κι ανθηροί
σε καθρέφτες γυαλίζει το βλέμμα τους
κι όμορφα πορτοφόλια αρπάζουν
και συμμορίες δεινών άδικων
καταχρώνται σε αβάσκανες τράπεζες

Κανονικά τους ποιητές -αλλά και την ποίηση-
Η ζωή θα ‘πρεπε να τους απασχολεί
και πολύ λιγότερο έως καθόλου
ο θάνατος
γιατί απ’αυτούς, απ’
αυτήν προσμένουν τα βράδια
να χτυπήσουν, να χτυπήσει την πόρτα
σαν αέρας από Πύργο ανέμων
να σφυρίξει το ρήμα του
ζήθι!

Και ν’ανοίξουν κλειστοί φράχτες τα μάτια
να ρουφήξουν περβόλια τραγούδια
αναστάσιμες ζώνες κεκαυμένων παράδεισων
και μαυράκια παιδιά να μιλούν ωσαννά
ζήθι, ζήτε! Ποιητές να προστάζουν
της ζωής στρατευμένοι κι ο Θεός
ν’απαγγέλλει προσόδιον «εξέλθετε
οι του αμπελώνος εργάται» ο πρωτότοκος
των νεκρών Ποιητής και Ανέστη!

(Πρώτη δημοσίευση)

 


 

 

Κατερίνα Λιάτζουρα

Σιωπηλά έρχεται

 

Σιωπηλά έρχεται και ανυποψίαστα
γωνιές να κατακτήσει και σκοτεινά σημεία
σέρνεται και απλώνεται
και απαιτεί μερίδιο
από του μυαλού τον χρόνο•
άλλοτε στο σούρουπο όταν η σκέψη γαληνεύει
και άλλοτε με τις πρώτες φωτεινές αχτίδες

Τις περισσότερες όμως φορές
ορμά σαν Έχιδνα
στου ύπνου την ηρεμία•
τότε που η έμπνευση ονειρεύεται
τις μελωδίες των λέξεων
και θέλει να θωπεύσει
όλου του κόσμου τις γραφές
μυστικά και αλλόθρησκα
τα γράμματα να ενώσει•
εκείνη ορμά και γεννοβολά
Χίμαιρες, Κέρβερους και Λερναίες Ύδρες
μεγαλώνει και θεριεύει
και άλλα αλλόκοτα πλάσματα
και την επομένη αγνώριστη πια
θα έχει γίνει
ακόμη ένα ποίημα

(Πρώτη δημοσίευση)

 


 

 

Ελένη Λιντζαροπούλου

Διάλογος

Μνήμη Δ. Π. Παπαδίτσα

Διαβάζω ἕνα δυσερμήνευτο ποίημά σου
Γιὰ κάποιο ταξίδι στὴν Κόρινθο
Ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ βασανίζει
Κι ἕναν πραματευτὴ
Ἕναν ποὺ μπορεῖ νὰ ἔβλεπε μὲ μάτια γυάλινα
Μά, ἂν δὲν ἦταν ποιητὴς
–τί ξεπεσμὸς νὰ λέγονται πολλοὶ ἔτσι–
Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ μοῦ καρφώσει τὸν δρόμο στὸ στόμα
Τὸ χῶμα καὶ τὰ χαλίκια στὰ δάχτυλα
Τὶς σκουριασμένες συνδέσεις τῶν μαρμάρων στὴν πλάτη;
Παραφυλάω τώρα γυμνὴ τὶς λέξεις σου
Ἀνοξείδωτες
Ἡ ποίηση εἶναι περιττὴ
Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀξία της

(Από τη συλλογή «Η αναιδής σκιά», εκδόσεις Αρμός, 2017. Διατηρήθηκε η πολυτονική γραφή της ποιήτριας.)

 


 

 

Ελένη Νέστορα

ποιήσεως κατάθεση

 

περνά ο ποιητής
κι αφήνει ένα ποίημα
πετραδάκι στον δρόμο τ’ ουρανού
τη νύχτα φωτίζει
σβήνει μαζί της την αυγή

ζει το εφήμερο
μα βαθιά ονειρεύεται την αθανασία

κι είναι πρωινά
που κρυφά παρακαλά
τις πέτρες τις αδέσποτες να μην κλωτσούν
σαν παίζουν τα παιδιά
τα σβησμένα πεφταστέρια του κλαίει
γι’ αυτά, τότε, πονά

 


 

 

Τόλης Νικηφόρου

μαθήματα δημιουργικής γραφής

 

το πρώτο μάθημα
ονομάζεται απώλεια
που σε σφραγίζει
με πυρωμένο σίδερο
μικρό κι ανυπεράσπιστο

αν είσαι δυνατός και επιβιώσεις
θα συνεχίσεις τις σπουδές σου
διαβάζοντας βιβλία
μα πάντα ρίχνοντας κλεφτές ματιές
στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς
και στ’ ασημένια φύλλα της ελιάς
κάτω από το μπαλκόνι σου

αυτά και ο έρωτας
θα σε οδηγήσουν
και ίσως κάνουν κάποτε
τα ανοιχτά σου τραύματα ν’ ανθίσουν

δεν μένει παρά να κοιτάζεις
το θηρίο στα μάτια
καθώς σου πίνει κάθε μέρα το αίμα
στο μονοπάτι προς μια κορυφή
που δεν υπάρχει

(Από τη συλλογή «Φωτεινά παράθυρα», εκδόσεις Μανδραγόρας, 2014)

 


 

 

Ασημίνα Ξηρογιάννη

Η ώρα της ποίησης

 

[1] Στο περιθώριο της ζωής ανθίζουν τα ποιήματα
[2] Κι όμως το περιθώριο είναι η αληθινή ζωή
[3] Εκεί όπου ο χρόνος δεν ορίζεται
[4] Και δεν πρέπει να κάνεις το λάθος
[5] να πεις τον αριθμό 24
[6] ή έστω να τον σκεφτείς.
[7] Τα ωραία έρχονται μετά:
[8] Όταν πέφτεις στο κενό του χρόνου,
[9] Όταν ταλαντεύεσαι μαγικά ανάμεσα στο πάντα και το ποτέ,
[10] Όταν αιωρείσαι πάνω από τη λευκή κόλλα χαρτί,
[11] Τότε αλλάζει ο μέσα σου ρυθμός
[12] Και το εσωτερικό τοπίο φωτίζεται
[13] Τότε η αμηχανία σου μοιραία γίνεται λέξη
[14] Και η λέξη γίνεται στίχος.
[15] Στίχος που δεν χωρά σε μια συμβατική μέρα,
[16] Που δεν μπορεί να κλειστεί μέσα σε 24 ώρες -αλλοίμονο!-
[17] Το ξέρεις πια! Σε ένα άχρονο παρόν ανθίζουν τα ποιήματα
[18] Όταν δεν είσαι αναγκασμένος να μετράς τις ώρες
[19] Και να πρέπει να τις βγάζεις πάντα 24,
[20] Όταν τολμάς να επινοήσεις μια δική σου ώρα,
[21] Τη δική σου ώρα που θα ’ναι συνώνυμη της αιωνιότητας,
[22] Που θ’ αποτελείται από άπειρα λεπτά και δευτερόλεπτα,
[23] Άπειρα ερεθίσματα της ψυχής και της νόησης.
[24] Την ώρα που συνιστά τον δικό σου λόγο για το άρρητο
[25] Την 25η Ώρα: την Ποίηση.

(Από τον συγκεντρωτικό τόμο «Ποιήματα 2009-2017», εκδόσεις Βακχικόν, 2021)

 


 

 

Τάκης Π. Πιερράκος

Αυτό που ξεκινώ να γράψω 

 

Αυτό που ξεκινώ να γράψω
τις περισσότερες φορές
διαφέρει από αυτό που θα τυπωθεί.
Δεν συζητώ γι αυτό που θα σας εντυπωθεί.
Το τελευταίο είναι ζήτημα
αποκλειστικά δικό σας.
Ο ποιητής ενδιαφέρεται
να μην τον κατηγορήσετε
ότι είχε την πρόθεση
να σας εξαπατήσει.
Ενα ποίημα,
ακόμη κι αυτό που τώρα διαβάζετε,
ήταν αδύνατο να γραφτεί μονοκοντυλιά.

(Από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή «Ο Μέγας Πιστός» που αναμένεται από τις εκδόσεις Περισπωμένη)

 


 

 

Γιώργος Ρούσκας

ποιοτικά είπες ή ποιητικά;

 

μου λες «πώς πάνε τα ποιητικά;»,
λες και οι λέξεις «πάνε»
—της μύησης αν διάβηκες τον δρόμο θα το ξέρεις—
λες και την ποίηση μπορείς
όποτε θες να τη ζαλώσεις
δεν λέω ανεξήγητο χρέος μας κατατρώγει
μονέδα δη Σεφερική σε βερεσέ δεφτέρι
κι ας αργυρίων εμφανών οι δόσεις πληρωμένες
—η μόνη που προδώσαμε μην είναι η ζωή μας;—
σχοινί η ποίηση
αργά ή γρήγορα το νιώθεις στο λαιμό
σφίγγει και λευτερώνει
αν απορείς Έρωτα όρα
ο οργασμός για θεϊκός δύο προϋποθέτει
τον ποιητή τη Μούσα του κι η μοναξιά στον κόρφο
σαν τύχει και ανταμωθούν σαν δώσει και ταιριάξουν
αφού μόνο στο χέρι σου δεν είν’ αν θα στεριώσεις
άλλοτε στον ορίζοντα χέρσα η γη του χάρτου
πες τη και έρημη αν θες πες τη και χώρα
άλλοτε Αλεξάνδρεια Οξώπετρα Ψαρά
Πρέβεζα Μονοβάσια
άλλοτε γόνιμη σαν Αρετή
πάντοτε όμως για τον ποιητή
στιφό της γλώσσας του το χώμα
τον προκαλεί να οργώσει τη σελίδα
—γινάτι μιας παρόρμησης ή έσω αρμονία;—
μα άροση δεν γίνεται σωστή κατά παραγγελία
τι θέλει δεκτική τη γη βροχοφιλιοσπαρμένη
τον γεωργό στα κέφια του με το υνί λαμπίκο
σπόρο στο χέρι εκλεκτό και όσο για το «κίνει»
άλλος το αν και πού και πώς θα γεννηθεί
το ποίημα καθορίζει
ως για τον άνθρωπο εκειός ο άγνωστος σπορέας
αποφασίζει αν και πού και πώς θα ενσαρκωθεί
κάποια παράμετρος κρυφή μακρόθεν χρονοκρίνει
αν η ποιοτική γραφή θ’ αξιωθεί
στέψη ποιητικής

(Δημοσιευμένο στο επετειακό 40ό τεύχος των Ποιητικών, Ιαν-Μάρτ. 2021, εκδόσεις Γκοβόστη)

 


 

 

Μαριαλένα Σπυροπούλου

Η γωνιά με το ραφάκι μου

 

Πήρε καιρό
Σχεδόν βράδιασε
Να αποφασίσω
Πού να κατατάξω τα σκοτάδια
Εάν είναι μόνον η λοξή σχεδόν κακομαθημένη στενότητα ενός θυμού που ζητά κανάκεμα
Ή εάν είναι εκείνο το στοιχειό
Που χωρίς να σε ρωτήσει τρυπάει κάτω από τις σανίδες τα σεντόνια σου
Και ροκανίζει λίγο λίγο την ομαλή φλοίδα της πραγματικότητας
Και αφήνει εκτεθειμένες τις ουλές
Και τις δαγκωματιές και τα αίματα να τρέχουν

Και από όλο αυτό θα εξαρτηθεί η θεραπεία
Μήπως πολύ καιρό τσάμπα ίσιωνα και ίσιωνα το στραβό κορμί μου
Γυναίκα φεύ
Δεν αντέχει πολλά στραβά η μοίρα της
Πάντα θα καραδοκεί το βλέμμα που θα δείχνει λύπη
Και αποστροφή

Ή μήπως πρέπει ζεστά
Καταπώς πέφτει η νύχτα τελικά
Και βγαίνουν στην άκρη των δαχτύλων οι άσπρες ρυτίδες όσων δεν έμαθα και όσων δεν άλλαξα
Να φτιάξω σιγά σιγά εκείνη τη γωνιά με το ραφάκι μου
Δίπλα σε ξακουστή παρέα
Γυναικών
Που κρέμονται από τις λέξεις τους
Για να ζήσουν

(Πρώτη δημοσίευση)

 


 

 

Τασούλα Τσιλιμένη

Το εργοστάσιο των λέξεων

 

Δεν κατοικούν στο στόμα οι λέξεις
και δεν γεννιούνται με τις σκέψεις.
Είναι το σώμα που έχει σπέρμα τις αισθήσεις
ζυμώνονται με τις πρωτόπλαστες εκκρίσεις.
Έχουν πατέρα και μητέρα το κορμί σου
τη μυρωδιά όταν ξαπλώνω εγώ μαζί σου.

Γι΄αυτό όταν λείπεις αυτές σωπαίνουν
Και σε άνυδρο πηγάδι κατεβαίνουν.
Κι όταν ακούν το μήλο να δαγκώνεις
μ’ ένα φιλί τα δυο μου χείλη να πληγώνεις,
σάρκα λες τότε ότι παίρνουν
κάνουνε σπείρα κι ανεβαίνουν
στριφογυρνάνε μες στο στόμα
κυλιούνται ασίγαστα πάνω στο στρώμα.

Όταν η ανάσα σου γίνει δική μου
βρίσκουνε δρόμο τη φωνή μου.
Δεν με ρωτούν κι απ΄τη βιασύνη
δυναμιτάκια σκάνε στα χείλη.

(Από την ποιητική συλλογή «Η αφωνία του απογεύματος», εκδόσεις Μανδραγόρας, 2021)

 


 

 

Αντώνης Τσόκος

[Αιτία θανάτου «έμφραγμα του μυοκαρδίου»]

 

Ο ποιητής πρέπει να πεθαίνει από καρδιά.
Πώς αλλιώς δηλαδή; Είναι η μόνη απόδειξη.
Αν δεν πεθάνεις με την καρδιά στο χέρι
θα βρουν τα κοράκια τρόπο να αφαιρέσουν
την ποίηση από πάνω σου.
Έμφραγμα του μυοκαρδίου.
Όπως ο Μπάροουζ.
Στο διάολο όλοι οι θάνατοι.
Έμφραγμα θα φυτέψω στην καρδιά μου.
Πέντε και μισή μετά μεσημβρίας.
Ημέρα Πέμπτη.
Εξιχνιάζοντας τη θέα του απογεύματος.

(Από τη συλλογή «Από την Εμμανουήλ Μπενάκη ως τα μεσάνυχτα», εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2019)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s