Ο Γιώργος Κοζίας στο Σαλόνι του BookSitting

Συνέντευξη στην Αλεξία Καλογεροπούλου
alexia.kalogeropoulou@gmail.com


Ο Γιώργος Κοζίας γεννήθηκε στην Πάτρα το 1958. Σπούδασε βιβλιοθηκονομία και Ευρωπαϊκό Πολιτισμό. Εργάστηκε στον χώρο του ημερήσιου και περιοδικού Τύπου. Πρωτοδημοσίευσε στα περιοδικά «Το Δέντρο» και «Ευθύνη» το 1983. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές: «Ζωολογικός κήπος» (Στιγμή, 1989), «Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε» (Στιγμή, 1995), «Πεδίον ρίψεων» (Στιγμή, 2001), «Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες» (Στιγμή, 2007), «41ος Παράλληλος» (Στιγμή, 2012), «Πολεμώντας υπό σκιάν… Ελεγεία και σάτιρες» (Περισπωμένη, 2017) και «Εξάγγελος» (Περισπωμένη, 2021). Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί και ανθολογηθεί στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, γερμανικά και αραβικά.

Το έργο του παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών «Ποίηση και Μουσική» (Ιανουάριος 2009) και στο Διεθνές Φεστιβάλ Πάτρας «Ας μην μας καταβροχθίσουν οι κοριοί» (2013). Επτά πίνακες εμπνευσμένοι από την ποίησή του εκτέθηκαν στο βιβλιοπωλείο Λεμόνι στην έκθεση της Εύης Τσακνιά «Οι εικόνες πίσω από τις λέξεις» (Οκτώβριος- Νοέμβριος 2010).

Επίσης, ποιήματά του έχει μελοποιήσει ο Θάνος Μικρούτσικος, «Έργα για φλάουτο» (Works for flute) Ivona Glinka, αφήγηση: Δημήτρης Παπανικολάου, Legend Classics, 2007 και «Πέντε κείμενα μετά μουσικής: Η γη τσακισμένο καράβι», ποίηση Γιώργος Κοζίας, William Blake, Αγγελική Καθαρίου- Νέλλη Σεμιτέκολο, «Ένας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες» (Γαβριηλίδης, 2013).


Κύριε Κοζία, αφού σας καλωσορίσω στο Σαλόνι του BookSitting, θα ήθελα να σας ρωτήσω πότε γράψατε πρώτη φορά ποίηση; Θυμάστε την αφορμή;

Στην ηλικία της εφηβείας ξεκίνησε η σχέση μου με τον θαυμαστό κόσμο της ποίησης. Τα παρθενικά μου ποιήματα σε μορφή πεζού ήταν ένα εκρηκτικό μείγμα ροκ και σουρεαλισμού, αστραπές πάθους, ερωτισμού και έξαρσης. Η αγωνία της νιότης να ξεχωρίσει, να λάμψει, να αρέσει. Την ίδια περίπου εποχή δέχτηκα και την πρώτη σοβαρή κριτική με την προτροπή να τιθασεύσω το υλικό μου και να στραφώ στη μελέτη των κλασσικών.

Η ποίηση είναι για σας ένας τρόπος επικοινωνίας, ένας τρόπος έκφρασης ή κάτι άλλο;

O Γάλλος φιλόσοφος, Lachelier, στο πρώτο μάθημά του φιλοσοφίας, που έκαμε στην ανώτερη τάξη ενός γυμνασίου, χάραξε στον μαυροπίνακα τις λέξεις: «Τι είναι φιλοσοφία;» Και αποκρίθηκε: «Δεν ξέρω!». Την ίδια απόκριση τίμιο είναι να δίνουμε και εμείς όταν μιλούμε για την ποίηση. Αυτό διηγείται ο Κλέων Παράσχος και με βρίσκει σύμφωνο. Μπορώ όμως να σας διαβεβαιώσω ότι η ποίηση είναι η μόνιμη ερωμένη μου!

Οι στίχοι σας μοιάζουν συχνά σαν να έρχονται από τα βάθη των αιώνων, σαν προφητείες αναλλοίωτες στον χρόνο. Διακρίνετε στη γραφή σας επιρροές από άλλους ποιητές; Κι αν ναι, από ποιους;

Έχετε δίκιο. Με γοητεύουν οι προφητικές-ποιητικές φωνές που έρχονται από τα βάθη των αιώνων. Όσο για τις επιρροές, διάλογο θα τις χαρακτήριζα, να συνομιλώ με τα Εκτοπλάσματα του Σαχτούρη, τις τραγικές γυναίκες του Ρίτσου, τους ήρωες του Τελευταίου Σταθμού του Σεφέρη, το ασίγαστο σήμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων του Σολωμού, την εξόριστη γλώσσα του Ανδρέα Κάλβου, τι τύχη! Πόσο ωραία το γράφει ο τρελο-Ιρλανδός Τζόυς: «Μεγάλε πρόγονε, τεχνίτη παλιέ στάσου κοντά μου»!

Αν σας ζητούσα να μου πείτε κάποια χαρακτηριστικά της ποίησής σας, ποια θα ήταν αυτά;

Στην ποίησή μου απουσιάζει για παράδειγμα το ποιητικό «εγώ». Στο σύνολο της παραγωγής– επτά συλλογές σε διάστημα τριάντα χρόνων- συχνά το ποίημα κόβει τον ομφάλιο λώρο από τον δημιουργό του, το παράλογο ενδύεται ρούχα ευφρόσυνα και η μεταφυσική αγωνία εμφανίζεται με μορφή ηρωική. Με χαρακτηρίζει η σαρκαστική οξύτητα και ο αντιρρητικός λόγος. Επίσης, είναι διακριτή η ρήξη μου με την κυριαρχούσα ποιητική αισθητική του καιρού και του τόπου, ενάντια σε μια μονοκόκαλη λογοτεχνία.

Ποια ζητήματα σας απασχολούν; Ποια θέματα επανέρχονται στη γραφή σας;

Η ιστορία, ως καταγραφή του πολύμορφου γίγνεσθαι, η μάχη του ανθρώπου από την εποχή του Προμηθέα για την κατάκτηση του υπέρτατου αγαθού της ελευθερίας, τα αγωνιώδη ερωτήματα της ύπαρξης στη σάρκωσή της, η δύσκολη πορεία του όντος από το σκοτάδι προς το φως, ο μετά θάνατον αφανισμός μας, καθώς και η αναζήτηση με την ποιητική γλώσσα της χαμένης κοσμικής αθωότητας. Παρότι κατά τον Σοριάν: «Σε έναν κόσμο χωρίς μελαγχολία, τα αηδόνια θα άρχιζαν να ρεύονται», αναζητώ με την ποίησή μου ψήγματα αθανασίας στο βασίλειο των αηδονιών!

Επεξεργάζεστε τα ποιήματά σας πριν τα θεωρήσετε ολοκληρωμένα; Δουλεύετε το συνταίριασμα των λέξεων ή είναι κάτι που προκύπτει «ακαριαία», μια διαδικασία στιγμιαία σαν αναλαμπή; Πώς θα περιγράφατε τη στιγμή της δημιουργίας ενός ποιήματος;

«Βασανίζω» τα ποιήματά μου, μετά μανίας, ξαναγράφοντας λέξεις, ανατοποθετώντας στίχους, επαναπροσδιορίζοντας νοήματα, αναζητώντας καθαρές εικόνες. Το ακαριαίο, όταν έρχεται, πρέπει να του δώσεις σάρκα και οστά. Στην αναλαμπή επινοώ τη δική μου ονειρική πραγματικότητα. Στο πέλαγος της ενόρασης γίνομαι ο Οδυσσέας στο μεθυσμένο καράβι!

Ας έρθουμε στην πιο πρόσφατη συλλογή σας, που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2021 από τις εκδόσεις Περισπωμένη, με τίτλο Εξάγγελος. Θα θέλατε να μας πείτε δυο λόγια για τη συγκεκριμένη συλλογή, αρχίζοντας από τον τίτλο;

Ο Εξάγγελος είναι ένας μοντέρνος αγγελιαφόρος, οικείος και απόκοσμος συγχρόνως, επιχειρεί να μιλήσει απευθείας για την τραγική ουσία της ζωής, να φωτίσει με το μήνυμά του την ιστορική και υπαρξιακή μελαγχολία. Ο Εξάγγελος είναι μια ποιητική διαδρομή από τις απαρχές του ανθρώπινου είδους μέχρι το εγερτήριο άσμα της Μασάντα. Μπορεί να διαβαστεί ως ανθρωπολογικό ποιητικό μανιφέστο: «Χαίρε η Ελευθερία στου μέλλοντος τις στέπες!». Μέσα στα ερείπια της ιστορίας και τη θλίψη της φθοράς και του θανάτου ο Εξάγγελος διεγείρει προκαλώντας την εγρήγορση αλλά και εξεγείρεται. Το αναπόφευκτο τέλος στην ποιητική μου δεν ταυτίζεται με την υποταγή.

Ξεχώρισα πολλά ποιήματα από τα τριάντα οκτώ που περιλαμβάνει η συλλογή σας. Ένα από αυτά είναι το εισαγωγικό ποίημα Περιοδεύων θίασος Ντενίσοβα. Υπάρχει μέσα μας κάτι από τους ανθρώπους της Ντενίσοβα;

Το αρχέγονο κατοικεί μέσα μας! Μεταφέρουμε τρόπον τινά τα φαντάσματα του παρελθόντος και ζούμε με τον τρόμο του μέλλοντος. Έχετε αναλογιστεί σε ποια τσιμεντένια σπηλιά θα βρουν τον άνθρωπο της εποχής μας; Αυτόν τον «Περιοδεύων Θίασο Ντενίσοβα» φαντάστηκα να περνά από μπροστά μου τώρα (Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί αόρατος θίασος να περνά …), τον δημιούργησα με τον λόγο, ελεύθερο πια και απροσδόκητα ωραίο.

«Τι είναι ζωή; Τι μη ζωή; Και τι τ’ ανάμεσά τους;» γράφετε στο ποίημα Εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως. Έχετε απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα; Έχετε δώσει μια απάντηση στον εαυτό σας;

«Τίποτα δεν διαρκεί στις μικροσυνοικίες του θανάτου/ Γκάζι, Κεραμεικός, Θησείον/ κι ο Λαπαθιώτης σκόνη, μια ξεχασμένη πόρνη», το τέλος του ποιήματος μπορεί να θεωρηθεί η απάντηση στο αγωνιώδες ερώτημα. Οι δικοί μου νεκροί αδειάζουν και γεμίζουν μια γούρνα στο Δρομοκαΐτειο, παραμένοντας «ζωντανοί» σε μια άλλη διάσταση, όλοι έχουν τον ίδιο προορισμό «να αγγίζονται, να ποθούν, να εξευτελίζονται!». Και τα ανάμεσά τους είναι οι ωραίοι νεκροί του ποιήματος «τα κεφάλια των τρυφερών, των λησμονημένων/ των κοριτσιών, των αρχαγγέλων» και «τα ωραία μάτια, τα εξαίσια χείλη, τα στήθη/ το ομφάλιο κάλλος και τα επίγεια χάδια».

Σας απασχολεί το τέλος του βίου, αυτό που καθιστά τα πάντα εφήμερα; Το ξορκίζετε μέσα από τη γραφή σας ή δεν νιώθετε καν την ανάγκη να κάνετε κάτι τέτοιο;

Ξορκίζω αυτό το οριστικό τέλος- εκεί που όλα θα είναι εξορία και οργή του πνεύματος- το ξορκίζω με τον Λ ό γ ο, εξάλλου ο άνθρωπος ζει εντός της δράσης του λόγου και ο ποιητής παλεύει να μην αποσυρθεί η λέξη, να μην χαθεί η δύναμή της. Εν αρχή ήταν η Λέξη, αλλά δεν υπάρχει καμιά διαβεβαίωση σχετικά με το τέλος. Ο λόγος κινδυνεύει από την εικονική πραγματικότητα που μας επιβάλλεται. Στην έρημο του πραγματικού ο ποιητής οφείλει να διαρρηγνύει τη σιωπή, να αντιπαλεύει τον καθημερινό εφησυχασμό, να μεθάει από ποίηση ή από αρετή για να θυμηθούμε τον Μπωντλαίρ.

Σε τι κόσμο ζούμε, σε τι κόσμο θα ζήσουμε και σε τι κόσμο θα θέλατε εσείς να ζήσετε; Ατενίζετε με αισιοδοξία, έστω συγκρατημένη, το μέλλον;

Ο κόσμος/ δεν ήταν εκείνο που  νομίζαμε/ Θάνατος επί πιστώσει/ Αυτό είναι όλο… τραγουδώ στο ποίημά μου «Θάνατος για έναν λεγεωνάριο». Ζούμε πλέον σε έναν κόσμο που η σκληρότητα, η βαρβαρότητα και η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού συντρίβουν τον πολίτη. Η κοινή γνώμη κακοποιείται και χειραγωγείται, οι μάζες πείθονται να ψηφίζουν εναντίον των συμφερόντων τους, η πολιτιστική και πνευματική δημιουργία λειτουργεί σαν υπηρέτρια της κυρίαρχης τάξης, ακολουθεί ο πόλεμος εξ αιτίας του άγριου και σκληρού γεωπολιτικού ανταγωνισμού,  Δυτικού μπλοκ με Ανατολικό μπλοκ, τι μένει στον ποιητή;  Η άρνηση της νέας σκλαβιάς και η αγωνιώδης προσπάθεια για κατάκτηση Ελευθερίας και γλώσσας: Πού πας ψυχή μου με τέτοια ανθρωπότητα;/ Ψάξε πουλάκι σε κλαρί/ βρες μιαν αγάπη δροσερή/ μίλα τη γλώσσα των βουνών, από το ποίημά μου «Στον Καύκασο το Φως».

Γράφετε κάτι νέο; Τι καλό να περιμένουμε;

Επιχειρώ την συγγραφή κάποιων ασμάτων «Για το ένδοξο κλέος των αιώνων που έρχονται/Για την υψηλόφρονη φυλή των ανθρώπων» που υμνούσε ο Όσιπ Μάντελσταμ. Βαριέμαι αφόρητα την ακίνδυνη γραφή, αναζητώ, λοιπόν, τον αιφνίδιο, αιρετικό λόγο, με την ελπίδα ότι θα είναι ούριος ο άνεμος και γενναιόδωρες οι Μούσες.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s