Γιώργος Δουατζής | Γραφή. Η μεγάλη περιπέτεια (μέρος πρώτο)

Βυθίστηκα στις λέξεις
κι έβρισκα προορισμό

            (Το κόκκινο κασκόλ)

Α, η γραφή… Ένας ορμητικός χείμαρρος με μνήμες δεκαετιών, με βυθίζει στο παρελθόν για να διαβλέψω το μέλλον με τρόπο σαγηνευτικό, οδυνηρό. Έρχονται οι ιδέες ποταμός, ξεχνώ σχεδιασμούς, οι λέξεις συνωστίζονται κι αποζητούν θέση, αθέατοι συνειρμοί στήνουν χορό κι εγώ ανήσυχος για… τις εγκεφαλικές μου λειτουργίες.

Μην περιμένεις ευκρινή απάντηση στο τι είναι για μένα η γραφή. Ό,τι σκέπτομαι κατά καιρούς, ατελέσφορη απόπειρα είναι. Εισβολή στα βαθύτερα του νου; Διονυσιακός χορός συναισθημάτων; Μοναδική ανατάραξη αισθήσεων; Εκπλήρωση (σε ποιον;) ταξίματος; Θα έλεγα, όσο με τέρπει η γραφή, τόσο περισσότερο με πονάει μέσα από τις αποκαλύψεις για τα κρυμμένα στα άδυτα του εαυτού.

Συγχωρέστε με που ζωγραφίζω τη σκέψη μου με μόλις εικοσιτέσσερα γράμματα του αλφαβήτου και που δεν πρόλαβα να μάθω όλες τις λέξεις που εφηύραν οι πρόγονοι.

Οι πρόγονοί μας βρήκαν λέξεις για τις πλέον λεπτές νοηματικές αποχρώσεις. Ευτυχείς ως λαός που έχει αυτό το προνόμιο, του οποίου τις διαστάσεις, ενδεχομένως, δεν έχουμε πλήρως κατανοήσει. Διότι οι λέξεις, η γλώσσα, είναι ακριβά εργαλεία σκέψης.

Τι θα γράφω όταν δεν θα υπάρχει τίποτα να θυμηθώ, όταν πεταχτεί η μνήμη σαν πολυκαιρισμένο σφουγγαρόπανο…

Την ίδια στιγμή που γράφεις, στον κόσμο κάποιος σκοτώνεται, κάποιος πολεμάει, κάποιος κάνει έρωτα, κάποιος πεθαίνει, κάποιος γεννιέται. Την ίδια ακριβώς στιγμή, κάπου στον κόσμο…

Όταν δεν γράφω έχω ενοχές, διότι κάθε μέρα που περνάει θα μπορούσα να γράψω περισσότερο. Έχω πλήρη επίγνωση ότι ο χρόνος λιγοστεύει. Ξέρω ότι η διάρκεια της ζωής μου όσο και να επιμηκυνθεί, δεν φτάνει για να κάνω όσα έχω σχεδιάσει. Ίσως γι’ αυτό, σε κάθε ποίημα βγάζω τη γλώσσα στον θάνατο, όπως κάνει ο έρωτας στη ζωή. Α, η δικαιολογία ύπαρξης… δικαιολογίες που εφευρίσκει.

Η γραφή ήταν η μοναδική διέξοδος για να εκφράσω την πίεση, την απόγνωση μέσα στις οποίες ζει ο σύγχρονος άνθρωπος, άρα και ο εαυτός μου. Αντονέν Αρτώ: «Και αν κανείς ποτέ έγραψε, ζωγράφισε, έκανε γλυπτό ή πρόπλασμα, έχτισε, επινόησε, το έκανε μόνο και μόνο για να ξεφύγει από την κόλασή του». Ερνέστο Σάμπατο: «Το γράψιμο στάθηκε για μένα το κυριότερο μέσο, το πλέον απόλυτο και ισχυρό, που μου επέτρεψε να εκφράσω το χάος που δεν με άφηνε στιγμή σε ησυχία, και έτσι μπόρεσα να απελευθερώσω όχι μόνο τις ιδέες μου, αλλά κυρίως τις πιο κρυφές και ανεξήγητες εμμονές μου».

Θα έλεγε κανείς ότι η ζωή μου ήταν πάντα φτιαγμένη από λέξεις. Διαβάσματα, συζητήσεις, ομιλίες, συνεντεύξεις, εκπομπές, δημοσιεύσεις, γραψίματα πολλά. Ζωή γεμάτη λέξεις. Με τις λέξεις πάλεψα, βιοπορίστηκα, ταξίδεψα, προστατεύτηκα, αγάπησα, πόνεσα, ορθώθηκα.

Με το πέρασμα του χρόνου διψούσα για περισσότερη σιωπή. Διψάς γι’ αυτήν, σε οδηγεί σε ανακαλύψεις, σε αναπαύει, δίνει έμφαση σε κάθε ήχο, δίνει τροφή για να αντέξει ο νους ή καμιά φορά, και να τον ραγίσει.

Μιλάω συχνά για τη σιωπή και τον χρόνο, αλλά φλυαρώ γράφοντας κι ο χρόνος τρέχει αμείλικτος, αδιάφορος αν φλυαρώ ή σωπαίνω.

Α, πόσες άχρηστες λέξεις πέταξε σωτήρια η σιωπή, πόση σπατάλη σου έδειξε και πόση απεχθή μικρόνοια, εκείνη των φυλακισμένων, των κοντόθωρων. Αναθυμήθηκα μικρές και γόνιμες σιωπές στη μουσική της Τρέλας (La Follia) του Κορέλι. Η σιωπή πανάρχαια, σοφή, προηγήθηκε της ομιλίας των ανθρώπων. Μήπως λάτρεψα τη σιωπή, επειδή η ζωή μου ήταν φτιαγμένη από λέξεις;

Από την εφηβεία κατανόησα πως τα λόγια, τις περισσότερες φορές, δεν συνιστούν Λόγο. Κι εκεί, τα μεγαλύτερα διλήμματα στην πορεία της γραφής μου, που με έστελναν στη σιωπή μήπως και βρω τον δρόμο.

Όταν με απασχολεί το τι θα προλάβω να γράψω, ήδη έχω μπει στην τροχιά του χρόνου. Ακούγεται ίσως γελοίο, όμως, όταν δεν παράγω έχω μέσα μου έναν ισχυρώς παρόντα μετρητή του χρόνου. Νιώθω ότι κάτι χρωστάω. Στον εαυτό μου, υποθέτω, όχι στον κόσμο. Να προλάβω να γράψω. Προβλήματα κι αυτά…

Η αγάπη στον συνάνθρωπο, η ελπίδα για τον χιλιοειπωμένο καλύτερο κόσμο, είναι εγερτήρια στοιχεία που με οδηγούν στη γραφή. Κύριες πηγές είναι ο έρωτας, ο αγώνας βελτίωσης της ζωής, η αναζήτηση, η ιερότητα των στιγμών-αιώνων μας, η δυνατότητα να κοιταζόμαστε στα μάτια και συγχρόνως να βλέπουμε κοινούς στόχους. Με την οπτική αυτή είμαι ισοβίως ερωτευμένος…

Με το γράψιμο αποπειράθηκα τη μοιρασιά, παρ’ ότι μόνιμα αμφέβαλα για την επί της ουσίας επικοινωνία.

Διαβάζω τις λέξεις που έγραψες και φέρουν νοήματα, ακούω τον λόγο που εκφέρεις, τον συλλογισμό σου. Αναρωτιέμαι αν για σένα οι λέξεις έχουν το ίδιο νόημα που έχουν για μένα, αν οι λέξεις που επέλεξες συγκροτούν τον λόγο που θα ήθελες, αν λόγος σου εκφράζει πλήρως τη σκέψη σου. Κι όταν πάψεις να μιλάς –περιμένοντας, ίσως, μια συγκατάνευση ή αδιαφορία– σκέφτομαι πόσο πραγματικά έχουμε επικοινωνήσει. Είναι τόσες οι συνιστώσες της πρόσληψης, αλλά και των μηνυμάτων που στέλνεις, ώστε εύλογα αναρωτιέμαι για την επί της ουσίας επικοινωνία μας.

Ακόμα κι όταν συνομιλώ με τον εαυτό μου, έχω καίριες επιφυλάξεις αν η επικοινωνία έχει πλήρως συντελεστεί. Το ίδιο μου συμβαίνει όταν διαβάζω ή γράφω. Με ταλανίζουν οι σκέψεις, αν έχω εισπράξει πλήρως το νόημα του κειμένου, αν έχω πραγματικά αποδώσει όσα σκέφτομαι, αν έχω επιλέξει τις καταλληλότερες των λέξεων, αν έχω αποτυπώσει την αλήθεια των σκέψεών μου. Συχνά νομίζω ότι αποτυπώνω την πραγματικότητα. Αλλά η πραγματικότητα που προσλαμβάνω είναι αληθινή;

Το ζήτημα της γλώσσας ήταν πάντα αφορμή στοχαστικών αναζητήσεων, εξ ου και οι σύγχρονοι γλωσσολόγοι απλώνουν το αντικείμενό τους στη φιλοσοφία, την κοινωνιολογία και ενίοτε αρθρώνουν και πολιτικό λόγο. Με τις επαναστατικές τομές του Φρόιντ, ήρθε από κοντά και η ψυχολογία.

Αν μπορούσα να πείσω τους νέους μας, που επιμένουν να φτωχαίνουν το λεξιλόγιό τους, ότι μικραίνουν έτσι τον ορίζοντα της σκέψης τους, θα ήμουν ευτυχής. Η γλώσσα, η χρήση της, ο πλούτος της, είναι στοιχεία άμεσα συνδεδεμένα με τη σκέψη, τη δομή, το άνοιγμά της.

Ως Έλληνες έχουμε την ευτυχία να διαθέτουμε μία πλουσιότατη και ευρηματικότατη στη δομή και σύνθεσή της γλώσσα. Αξιοθρήνητοι, όταν τη συρρικνώνουμε α-νόητα και συστηματικά.

Αναρωτιέμαι με ποια κριτήρια θα μπορούσαν να αποκλειστούν από το επάγγελμα δημοσιογράφοι και παρουσιαστές ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, οι οποίοι κακοποιούν την υπέροχη γλώσσα μας. Και το χειρότερο, αποτελούν αντικείμενα μιμητισμού των χειραγωγούμενων ποικιλοτρόπως από τα Μέσα Ενημέρωσης.

Πραγματικό, φανταστικό, μη-όνειρο. Γράφοντας, δεν εφευρίσκω. Την πραγματικότητα αναπλάθω. Αναταξινομώ, συνδυάζω, πλέκω με αόρατα νήματα έναν κόσμο, που δεν μπορεί παρά να υπάρχει κι ας μην είναι ορατός από τους άλλους.

«Η γλώσσα και η επινόηση είναι αδελφικοί εχθροί, κι από αυτή τη μάχη γεννιέται η λογοτεχνία» έγραψε ο αγαπημένος μου Χούλιο Κορτάσαρ[1]. Ποιος θα διαφωνήσει;

Διάβασα επιστολές και σημειώσεις στο ημερολόγιο του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι από το 1838 ως το 1881. Μια ζωή σκληρή, με διαρκή πόνο και αφοσίωση στο γράψιμο. Ναι, μας έμεινε ένα σπουδαίο έργο. Αλλά η μοναδική ζωή του συγγραφέα, πού και πώς αναλώθηκε; Μέσα στη δυστυχία, την ανέχεια, τις απώλειες, την πίκρα…

Δοκιμάστηκα σε πολλά είδη γραφής. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα σε όλα. Έγραψα Ποίηση, μυθιστόρημα, νουβέλα, διήγημα, θεατρικό, δοκίμιο, κριτική, ρεπορτάζ, έρευνα, ανάλυση, άρθρο και κάθε παράγωγο όλων αυτών. Αναλογίζομαι πόσες χιλιάδες, εκατομμύρια λέξεις πέρασαν από το χέρι μου, πόσες χιλιάδες άνθρωποι τις διάβασαν μέσα από τα βιβλία, τα περιοδικά και τις εφημερίδες που εργάστηκα και με καταλαμβάνει δέος. Μια ζωή γραφές. Τι θα απομείνει;

Σε ποια σχολή να με κατατάξεις… Εγώ είμαι διαφορετικός και μόνος, ρεύμα αισθητικό, φτερό βυθισμένο σε λάσπη από κόκκινα χώματα, δρομέας μονοπόδαρος, όπως λέει ο Μίλαν Κούντερα για τον Λέος Γιάνατσεκ.

Κι αν δεν καταλάβεις τις λέξεις τους, είναι βέβαιο ότι θα τις νιώσεις, έγραψε ο Μπόρχες.

Το να αφιερώνεται κάποιος σε μια τέχνη είναι παραπάνω από ουσιώδες και απολύτως σεβαστό, διότι αυτό συνιστά μια μορφή της τέχνης της ζωής, δικαιολογία να ζεις. Δεν μπορώ να σκεφτώ μεγαλύτερο κενό στη ζωή ενός καλλιτέχνη από την αφαίρεση της δυνατότητας να ασκεί την τέχνη του. Δεν μπορώ να φανταστώ ποιητή χωρίς χαρτί και μολύβι, ζωγράφο χωρίς τελάρο, γλύπτη χωρίς πηλό. Το μέγιστο βασανιστήριο, ένας δημιουργός σε καθεστώς ανελευθερίας.

Στην ημερολογιακή καταγραφή σκέψεων και γεγονότων, είμαι απολύτως διαφανής, εξομολογούμαι, αποκαλύπτω, συνομιλώ με τον εαυτό μου. Θα τολμούσα να πω ότι η ποιητική λειτουργία έχει την ίδια ακριβώς διαφάνεια. Συνομιλώ με τον εαυτό μου και τους άλλους, δεν κρύβομαι πίσω από τις λέξεις, απεναντίας τις χρησιμοποιώ σαν εργαλεία αποκαλυπτικά της σκέψης και των συναισθημάτων μου. Τα νοήματα ορθώνονται από τις λέξεις, και με τις εύγλωττες σιωπές ανάμεσά τους. Όλα αποκαλύπτουν, όλα συλλειτουργούν, με απόλυτη ειλικρίνεια και διαφάνεια.

Όπως έχω γράψει, η διαφάνεια αποτελεί την άμυνά μου. Όταν έχεις τις πόρτες ανοιχτές, ποιος μπορεί να τις παραβιάσει;

(Από τις «Χρονογραφίες-σημειώσεις ημερολογίου», Κεφ. 16.Γραφή. Η μεγάλη περιπέτεια, εκδόσεις Κάκτος, 2021)

____________________

[1]      Κάποιος Λούκας μτφ. Αχ. Κυριακίδης, Εκδόσεις Opera


Ο Γιώργος Δουατζής είναι ποιητής, συγγραφέας και δημοσιογράφος.

Διαβάστε επίσης:

Γιώργος Δουατζής | Γραφή. Η μεγάλη περιπέτεια (μέρος δεύτερο)

Γιώργος Δουατζής | Γραφή. Η μεγάλη περιπέτεια (μέρος τρίτο)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s