Γιώργος Δουατζής | Γραφή. Η μεγάλη περιπέτεια (μέρος δεύτερο)

Το όλα έχουν ειπωθεί θα μπορούσε να νεκρώσει συγγραφέα και αναγνώστη. Αφού δεν θα γράψω κάτι νέο, δεν θα διαβάσω κάτι καινούργιο, προς τι ο κόπος; Όμως, πάντα υπάρχουν νέες προεκτάσεις σε όσα έχουν ειπωθεί. Ως και μόνον η μορφή που θα ειπωθούν, έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σαν τη συσκευασία ενός δώρου (μορφή) που προσδίδει υπεραξία στο περιεχόμενο (λόγο).

Σημαντικότατη η ματιά. Πώς, πότε, υπό ποιο συναίσθημα θα δεις, θα γράψεις. Το παλιό ρολόι του πατέρα –κι ας μη δουλεύει πια– έχει την μεγάλη αξία του κειμηλίου για μένα, αλλά θα άφηνε αδιάφορο κάθε άλλον. Σαν την είδηση στα ψιλά των εφημερίδων για τον θάνατο κάποιου. Είδηση, ίσως τελείως αδιάφορη για μας, ενώ για τον άνθρωπο που έζησε την απώλεια είναι η μέγιστη των ειδήσεων. Με τη γραφή καθιστάς σημαντικά τα ασήμαντα, μέχρι να αναγνωστούν.

Οι κάθε λογής γραφές μου, οι καταβυθίσεις στον εαυτό και στον κόσμο, με βοήθησαν στην κατανόηση της πραγματικότητας, της ζωής, μεγάλωσαν το γνωστικό μου πεδίο. Όμως, θα φύγω με αναπάντητα ερωτήματα. Το βέβαιο είναι ότι τη γνώση που επιζήτησα δεν την έχω κατακτήσει. Ως φαίνεται, θα φύγω διψασμένος όπως όταν ως έφηβος ανακάλυπτα τον κόσμο.

Με πολύ κόπο κατάφερα να απαλλαγώ από το άγχος της υποχρέωσης ότι οφείλω να εξιστορήσω πολλά. Κι αυτό διότι πάντα ένιωθα να με πιέζει ένα ανύπαρκτο αφεντικό για να παράγω, χωρίς να έχω υποχρέωση έναντι ουδενός. Παλαιότερα υπέκυπτα στην πίεση. Τώρα ξεγελώ το… «αφεντικό» και γράφω κατά περίπτωση, μιας κι η βούληση να γράφω υπάρχει ακατάπαυστα. Νιώθω να περιπαίζω την ανάσα μου. Άλλωστε, ποιος νοιάζεται αν γράφεις και γιατί…

Εξομολογούμαι ότι προτιμώ να διαβάζω αρκετούς ποιητές και συγγραφείς, παρά να τους συναναστρέφομαι. Είναι τόσο απωθητική η οίηση, η φιλαρέσκεια, η έπαρση των περισσοτέρων, φυσικά πάντοτε αντιστρόφως ανάλογη της ποιότητας του έργου τους. Οι εξαιρέσεις ελάχιστες και από αυτές ορισμένες είναι φίλοι μου. Αναρωτιέμαι, ίσως αφελώς,πώς είναι δυνατόν να νιώθεις ότι είσαι το κέντρο του κόσμου, όταν για να γράφεις, υποτίθεται, έχεις κατανοήσει τη μηδαμινότητά σου, τη φθορά, τον ανθρώπινο πόνο, τον θάνατο. Αν δεν έχεις σκεφτεί τίποτα από όλα αυτά, τι και γιατί γράφεις;

Είναι πραγματικά πολλές φορές αδύνατο να εκφράσουν οι λέξεις τα συναισθήματα από ιδιαίτερα έντονες εμπειρίες ζωής. Ποιος θα μπορούσε να καταγράψει επακριβώς την ένταση του πραγματικού έρωτα, όταν χάνεσαι από χρόνο και τόπο, χωρίς καμία συνείδηση του περιβάλλοντος; Ποτέ δεν κατάφερε η μνήμη να επαναφέρει ακριβώς τη βιωματική εμπειρία. Η επανάληψη, συνήθως φθοροποιός, κατά πολύ ισχνότερη του βιωμένου γεγονότος με πολλές ανακατασκευές κάθε φορά.

Ωραιότατο το παιχνίδι να βάζεις τις λέξεις στη σειρά. Και όσο ωριμάζεις, τόσο το παιχνίδι δυσκολότερο, παρότι έχεις γίνει πια καλός παίκτης, αφού οι απαιτήσεις από τον εαυτό σου μεγαλύτερες.

Πρέπει να ήμουν περίπου δέκα ετών όταν ο πατέρας έβαλε στο πικάπ την εισαγωγή Ελαφρύ Ιππικό του Φραντς φον Σουπέ. Σε κάθε μέρος του έργου με ρωτούσε τι φαντάζομαι στο άκουσμά του. Με το παιδικό μου μυαλό έβλεπα το ιππικό να εφορμά, να μάχεται, και τέλος να ηττάται και να μαζεύει τους νεκρούς από το πεδίο της μάχης. Αυτή η άσκηση της φαντασίας μού έδειξε ότι με μικρά ερεθίσματα, μπορεί το μυαλό να κατασκευάζει ολόκληρες ιστορίες. Τότε δεν μπορούσα βεβαίως να διανοηθώ ότι κάποτε θα έγραφα αυτά που θα γεννούσε η φαντασία μου. Γεννήματα φαντασίας, τα οποία έχουν υπόσταση ως συλλήψεις της νόησης, άρα είναι και πραγματικά…

Η γλώσσα υφίσταται τη μεγαλύτερη κακοποίηση από κακούς συγγραφείς και πολύ περισσότερο από αμόρφωτους δημοσιογράφους. Το φαινόμενο της κακοποίησης της γλώσσας ήταν μικρότερο όταν ο κόσμος διάβαζε μόνο εφημερίδες, διότι οι δημοσιογράφοι ήταν λιγότεροι και τα κριτήρια επιλογής τους αυστηρά. Τώρα το κακό πάει να γίνει ανεπανόρθωτο. Εύλογο, ότι όσο πιο αμόρφωτος είναι ένας δημοσιογράφος, τόσο πιο υποταγμένος είναι στον εργοδότη του, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό για την άθλια χειραγώγηση του κόσμου.

Τρισμέγιστος ο σεβασμός μου στις λέξεις.

Διασκεδάζω συχνά με την παραποίηση του Ντεκάρτιου αποφθέγματος από «σκέφτομαι άρα υπάρχω», σε «γράφω, άρα υπάρχω». Κι εδώ, μπαίνει το καταλυτικό: Και λοιπόν; Παρά ταύτα, εξακολουθώ και να σκέφτομαι και να γράφω…

Αν μπορούσε κάθε άνθρωπος να περιγράψει λεπτομερώς τα όνειρά του, θα είχαμε τα σπουδαιότερα έργα λογοτεχνίας, όλα μοναδικά στην ιδιαιτερότητά τους, με εξαίσια θέση στη λογοτεχνία, όχι πάντα,  του παράλογου.

Η γραφή απαιτεί υπέρβαση εαυτού. Χωρίς αυτήν, έργο ουσιώδες δεν βγαίνει.

Όταν γράφω, νιώθω σαν μία ευαίσθητη μηχανή που πιάνει ως και τους ψιθυρισμούς των διπλανών, τους ζυμώνει και βγάζει ένα αφράτο, όχι πάντα μοσχομύριστο ψωμί.

Αυτό που έχεις γράψει είναι μοναδικό; Το ίδιο πράγμα είναι βέβαιο ότι έχουν γράψει δεκάδες άλλοι πριν από σένα. Το αποτέλεσμα της γραφής μοναδικό. Το νόημα που φέρει;

Νομίζω πως όσα ψέματα και να γράψει κανείς, όσο και να θέλει να θολώσει τα νερά, τελικά δεν μπορεί να κρύψει τίποτα. Δεν υπάρχει διαυγέστερο ψυχογράφημα από το χειρόγραφο ενός συγγραφέα, πόσο μάλλον ενός αληθινού ποιητή.

Τι όμορφα σοφό, αυτό της Μαργκερίτ Ντιράς: «Το ότι γράφεις, σημαίνει ότι αμφιβάλλεις». Ως φαίνεται, δεν θα πάψω ποτέ να αμφιβάλλω…

Γράφουμε, απευθυνόμενοι σε απόντες, ελπίζοντας να μείνουν τα γραπτά μας μέσα στον χρόνο, διότι δεν μπορούμε να εκφραστούμε καλύτερα, παρά μόνο γράφοντας. Μέσα και από αυτές τις ωθήσεις ελπίδας, ματαιότητας, υστεροφημίας, οικοδομούμε ένα έργο. Αγαπητέ Σίγκμουντ, η γραφή μάλλον είναι «υποκατάστατο του μητρικού σώματος, της πρώτης, ίσως πάντα ποθητής κατοικίας, όπου ο άνθρωπος ήταν ασφαλής και αισθανόταν τόσο ευχάριστα», όπως εύστοχα κατέγραψες.

Συνεχώς έχω την εντύπωση ότι κάτι μη αναμενόμενο θα συμβεί ξαφνικά, που θα φέρει ανατροπές και θα προκαλέσει νέες αντιδράσεις, σκέψεις, κινήσεις, γραφές. Το αναπάντεχο πάντα με δελέαζε, μου έδινε ώθηση σε νέες σκέψεις που με έβγαζαν από το καθημερινό, από τον κόσμο που με περιβάλλει. Στιγμές ποιητικής γραφής, όταν ίπταμαι σε άλλους κόσμους, των οποίων δεν έχω συνείδηση, και είναι βέβαιο ότι ο κόσμος που με περιβάλλει δεν βρίσκεται ανάμεσά τους.

Ως Άλλος νιώθω, κατά το πλείστον παρείσακτος, μέσα και έξω από τα πράγματα, παρών-απών, με  πλήρη επίγνωση πλέον. Ακούγεται παράδοξο, αλλά αυτή την αίσθηση είχα ακόμα κι όταν μιλούσα, όταν συνδιαλεγόμουν με άλλους κατά τη διάρκεια ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών. Και απορούσα πώς κατάφερνα να είμαι απών σε κάτι που συντελούνταν ενώπιον εκατομμυρίων τότετηλεθεατών. Κι όταν γύριζα σπίτι εξουθενωμένος, συχνότατα έπιανα το μολύβι για να ταξιδέψω στους απολύτως δικούς μου κόσμους.

Τα θετικά σχόλια για τη δουλειά μου, απλώς με ευχαριστούν. Δεν επηρεάζουν ποτέ τη γραφή μου. Ποτέ δεν έγραψα κάτι για να ευχαριστήσω τον αναγνώστη. Μόνη μου έγνοια, να σκάβω όσο βαθύτερα μπορώ τον εαυτό μου και να καταγράφω τα ευρήματα. Αν σκεφτόμουν τον αναγνώστη την ώρα της γραφής, δεν θα έγραφα λέξη.

Πιστεύω, εκ πείρας, ότι το πειθαρχημένο πρόγραμμα βοηθάει τη γραφή και αποτρέπει τη θλίψη. Όταν κάθομαι το πρωί μπροστά στο γραφείο μου και δεν έχω έμπνευση, θα τακτοποιήσω, θα ανατρέξω σε σημειώσεις, τέλος, πάντα, κάθε μέρα, κάτι νέο θα βγει. Για να μην πάει η μέρα χαμένη, όπως συνηθίζω να λέω.

Η γραφή για μένα, εργαλείο διερεύνησης ζωής, εαυτού, κόσμου, παρά αυτοσκοπός. Εάν ήταν αυτοσκοπός, πιθανώς να μην είχα τρυγήσει στο βαθμό που κατάφερα τη ζωή. Η γραφή σαφώς πολύτιμη, αλλά ως αυτοσκοπός θα έκλεινε την πόρτα σε πολλές προσλαμβάνουσες που την τροφοδοτούν.

Οι αρχαίοι Κινέζοι κατάφεραν πρώτοι την αποσύνδεση του εγώ από το περιβάλλον, του υποκειμένου από την αντικειμενική φύση με μια σειρά συγκεκριμένων νοητικών ασκήσεων. Οι υπαρξιστές ονόμασαν αυτή την αποστασιοποίηση ενόραση και αυτή τη διαδικασία θα βρούμε και στην  Αιώνια Επιστροφή του Νίτσε. Δεν ξέρω αν οι στιγμές έκλαμψης που έχω βιώσει έχουν ψήγματα αποστασιοποίησης από τον εαυτό, καταβύθισης σε αυτόν ή ακραίας ταύτισης. Μου συμβαίνει κυρίως όταν πλανιέμαι στα μονοπάτια της ποιητικής γραφής. Ομολογώ αδυναμία διαχωρισμού έμπνευσης–ενόρασης.

Διαχειριζόμενος τις λέξεις, αμφιβάλλω, αν βρήκα τις σωστές που θα αποδώσουν την ουσία της σκέψης μου, αν τις έβαλα στη σωστή θέση. Αυτός ο διαρκής, αιτιολογημένος, ευλογημένος, προστασίας φόβος, με διακατέχει στο τέλος της γραφής κάθε ποιήματος, κι ας μου αρέσει το ποίημα που έχει γραφεί. Έφτασα να ευλογώ αυτή την αμφιβολία-επισήμανση ότι θα μπορούσα να γράψω καλύτερα το ποίημα. Αυτομάτως, παρών ο επόμενος στόχος, το κυνήγι του ανέφικτου της τέλειας γραφής. Είναι μιας πρώτης τάξεως δικαιολογία. Κι έπειτα, πώς θα ήταν η ζωή δίχως προσπάθεια να κάνεις εφικτό το ανέφικτο;

Παράδοξο; Γράφω συχνά εν μέσω αίσθησης πλήρους ματαιότητας, αλλά συνεχίζω να παλεύω. Δεν απευθύνομαι σε κανέναν. Γράφω σαν ξένος σε έναν κόσμο ξένο, έχοντας πλήρη επίγνωση της μοναχικότητας, της μη ανάγκης επικοινωνίας. Τότε, συμβαίνει να περνάει η γραφή στη χώρα της καθαρότητας, της ανεπιτήδευτης στόχευσης, της απόλυτης αυθυπαρξίας. Δεν περιμένει απόκριση. Δεν υποβάλλει ερωτήματα προσβλέποντας σε μια απάντηση αποδοχής.

Βυθίζονται στο αλκοόλ και τις ουσίες για να γίνουν… καταραμένοι ποιητές. Δεν έμαθαν οι ατελείς ότι οι εξαρτήσεις αποστρέφονται τις γενναίες σκέψεις. Δεν έμαθαν ότι οι γενναίοι αρνούνται την καταφυγή σε ουσίες για να νιώσουν καταστάσεις, στις οποίες κάλλιστα μπορούν να τους φέρουν μια φρενιτώδης φαντασία και ένας ασυγκράτητος νους. Πολλά τα πρωτόγνωρα ταξίδια χωρίς ουσίες, στις οποίες γύριζα πάντα την πλάτη με απαξία, γι’ αυτό έγραψα για «υπέροχα ταξίδια χωρίς αλκοόλ».

Ρωτούν: «Γιατί γράφεις;». Συνήθως απαντώ: «Εσύ γιατί αναπνέεις;». Υπερβολικό, αλλά δεν θα μπορούσα να εκφράσω αλλιώς αυτή την εσώτερη ανάγκη για γράψιμο. Η αναπνοή, ανεξέλεγκτη κίνηση των πνευμόνων, δίνει οξυγόνο, ζωή. Το ίδιο κάνει η Ποίηση. Και μάλιστα, σε επισκέπτεται χωρίς προειδοποίηση.

Πάντοτε γράφω χωρίς πρόγνωση της πορείας του ποιήματος ή του πεζού. Στα ποιήματα δεν ξέρω ποιος με οδηγεί. Στα πεζά με οδηγούν σαφέστατα οι ήρωες. Γεννιούνται ερήμην μου και ζουν τα γεγονότα που επιλέγουν. Ίσως ακούγεται παράδοξο, αλλά αποκτούν μια αυτονομία και με οδηγούν εκείνοι.

Οι ήρωες των βιβλίων μου ενίοτε με ακολουθούν και στην πραγματική ζωή. Ιδίως κατά τη συγγραφή του έργου. Όταν έγραφα το Ανάσα από πηλό περνούσα έξω από το νοσοκομείο Σωτηρία και σκέφτηκα: “Τι να κάνει η Ελένη, που νοσηλεύεται εδώ;, η ηρωίδα του μυθιστορήματος. Ο Ευχέτης (Μη φεύγετε, κύριε Ευχέτη) όλο με προκαλεί να τα ξαναπούμε. Μάλιστα, μου είπε ότι κρυώνει χειμωνιάτικα με τους παράξενους μανδύες που τον έντυσα. Ο δε Τέρπανδρος, έμαθα ότι έκανε δυο κόρες και τους φέρεται ως παθολογικά ερωτευμένος, πράγμα που τον τρομάζει. Τον καθησύχασα πάντως…

Στο μυθιστόρημά μου Ο Μουσουργός, ο ήρωας έχει προβληματική σχέση με τη μητέρα του. Ορισμένοι, αφού το διάβασαν, με ρώτησαν, με αρκετή δόση συμπάθειας, αν οι σχέσεις με τη μητέρα μου ήταν καλές. Άριστες, τους απαντώ με απόλυτη ειλικρίνεια, αλλά με κοιτάζουν με δυσπιστία. Συχνά οι αναγνώστες θέλουν να συγχέουν τα πραγματικά γεγονότα ζωής του συγγραφέα με τη μυθοπλασία. Και δεν έχουν πάντα άδικο.

Με ρωτούν συχνά αν μεταφέρω με τη συγγραφή πραγματικά γεγονότα ή αν όλα είναι προϊόν μυθοπλασίας. Δεν κατανοούν, ίσως, ότι και ο ίδιος ο συγγραφέας δεν το γνωρίζει αυτό απολύτως, αν λάβω υπόψη διηγήσεις μου για γεγονότα που έζησα. Κάθε φορά τα περιγράφω ανάλογα με τη στιγμή που τα επαναφέρω στη μνήμη μου. Τα επιχρίζω με αυτό που θα ήθελα να διηγηθώ, υποτιμώντας ή υπερτιμώντας πτυχές των γεγονότων. Υφίστανται μικρή αλλοίωση, σε σχέση με τη ζύμωση μέσα μου, τις προσλαμβάνουσες που έχω τη στιγμή που τα διηγούμαι, τέτοιες, που όσο περνά ο χρόνος έχουν μια ωριμότητα, μιαν άλλη περίσκεψη. Ελάχιστα με ενδιαφέρει κατά τη συγγραφή η πραγματικότητα μιας αφήγησης ή η μυθοπλασία. Σημασία έχει το όλον που μεταφέρεις γράφοντας, και αυτό εισπράττει, κρίνει ο αναγνώστης.

Οτιδήποτε γράφω είναι απολύτως βιωματικό, όσο κι αν οργιάζει η μυθοπλασία. Όταν με διαβάζουν κάποιοι νομίζουν πως διαβάζουν κομμάτια αυτοβιογραφίας. Υπάρχει ένα κράμα μυθοπλασίας και βιωματικών στοιχείων. Δεν καταγράφω αυτοβιογραφικά στοιχεία, αλλά γεγονότα μιας αφανούς, εσώτερης ζωής. Γι’ αυτό μιλάω για βιωματικές καταγραφές, όχι αυτοβιογραφικές.

Ο τρόπος που θα διηγηθούμε έστω φανταστικά γεγονότα, διηθείται από τις εμπειρίες ζωής που ως βιώματα πλέον αφήνουν έντονα τα σημάδια τους και ορίζουν την οπτική μας. 

Οι λέξεις δεν είναι απλώς εργαλείο επικοινωνίας. Ο λόγος είναι κάτι πολύ πιο βαθύ, φέρει βιώματα, ζωή, είναι μεγαλειώδης, συγκλονιστικός, οικοδομεί τη σκέψη και τα ανοίγματά της. Άυλος, αλλά μπορεί να μας ταράξει, να συγκινήσει, να κεντρίσει γόνιμους συλλογισμούς.

Δεν μπορεί κανείς να προκαθορίσει πώς θα διαμορφωθεί η γλώσσα. Είναι ζωντανή, με μνήμη, ιστορία, μέλλον και αναδιαμορφώνεται κάθε μέρα. Δεν είμαι από αυτούς που τρέμουν διότι καταστρέφεται η γλώσσα. Η γλώσσα διαμορφώνεται από τις καθημερινές ανάγκες του κόσμου για να τον εξυπηρετούν, έλεγα. Όμως, τώρα που βλέπω να συρρικνώνεται δραματικά στις νέες γενιές, ανησυχώ.

(Από τις «Χρονογραφίες-σημειώσεις ημερολογίου», Κεφ. 16.Γραφή. Η μεγάλη περιπέτεια, εκδόσεις Κάκτος, 2021)


Ο Γιώργος Δουατζής είναι ποιητής, συγγραφέας και δημοσιογράφος.

Διαβάστε επίσης:

Γιώργος Δουατζής | Γραφή. Η μεγάλη περιπέτεια (μέρος πρώτο)

Γιώργος Δουατζής | Γραφή. Η μεγάλη περιπέτεια (μέρος τρίτο)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s