Charles Dickens | Δύσκολα χρόνια (απόσπασμα)

Στέφεν Μπλάκπουλ

Είμαι της γνώμης ότι ο αγγλικός λαός εργάζεται τόσο σκληρά, όσο και κάθε άλλος λαός κάτω από τον ήλιο. Κι αν θέλω να του δοθεί κάπως περισσότερη ψυχαγωγία, αναγνωρίζω πως για τούτο ευθύνεται η γελοία ιδιοσυγκρασία μου.

Στο πιο εργατικό κομμάτι του Κοκτάουν, στα ενδότερα οχυρά εκείνου του αποτρόπαιου κάστρου, όπου η φύση εκτοπίστηκε τόσο βίαια, όσο βίαια την αντικατέστησαν τα θανατερά αέρια και οι αναθυμιάσεις· στην καρδιά του λαβύρινθου με τις μικρές αυλές τη μια πάνω στην άλλη, στενά σοκάκια το ένα πάνω στο άλλο, που ξεφύτρωναν το ένα μετά το άλλο με έξαλλη βιασύνη για να εξυπηρετήσουν το σκοπό κάποιου, όπου στριμώχνονταν, καταπατούσε ο ένας τα δικαιώματα του άλλου και αλληλοκαταπιέζονταν θανάσιμα. Στην πιο κλειστή γωνιά, αυτού του μεγάλου ταλαιπωρημένου δέκτη, όπου οι καμινάδες, επειδή δεν υπήρχε αέρας να δημιουργήσει ρεύμα, κτίστηκαν σε μια απίθανη ποικιλία, άλλες κολοβωμένες και άλλες καμπουριασμένες, θαρρείς και κάθε σπίτι ήθελε με το δικό του σημάδι να δείξει τι είδους άνθρωποι περίμενε κανείς να γεννηθούν εκεί μέσα· ανάμεσα στο πλήθος του Κοκτάουν, που γενικά το ονόμαζαν «τα Χέρια»* -μια ράτσα που μερικοί θα την εκτιμούσαν περισσότερο, αν η Θεία Πρόνοια, τόβλεπε πιο σωστό να της δώσει μονάχα χέρια ή όπως τα κατώτερα πλάσματα της ακτής, μονάχα χέρια και στομάχια- ζούσε ο Στέφεν Μπλάκπουλ, σαράντα χρονών.

Ο Στέφεν φαινόταν πιο μεγάλος γιατί είχε δουλέψει σκληρά στη ζωή του. Λένε πως κάθε ζωή έχει τα ρόδα της και τ’ αγκάθια της· μα στην περίπτωση του Στέφεν όμως, φαίνεται πως υπήρξε κάποιο ατύχημα ή λάθος και κάποιος άλλος πήρε τα ρόδα τα δικά του κι ο ίδιος, μαζί με τα δικά του αγκάθια, πήρε και του αλλουνού. Είχε περάσει, για να μεταχειριστώ τα δικά του λόγια, του κόσμου τα βάσανα. Τον φώναζαν συνήθως Γερο-Στέφανο, από ένα είδος σκληρού σεβασμού προς το γεγονός.

Λίγο καμπουριασμένος, με σουφρωμένα φρύδια, με βαθυστόχαστο πρόσωπο κι ένα μεγάλο κεφάλι όπου τα γκρίζα του μαλλιά κατέβαιναν μακριά και λεπτά, ο Γερο-Στέφανος, μπορούσε να περάσει σαν ένας ιδιαίτερα έξυπνος άνθρωπος στο περιβάλλον του. Κι όμως δεν ήταν. Δεν είχε καμιά θέση ανάμεσα σε κείνα τα αξιόλογα «Χέρια» που μαζεύοντας τα λιγοστά διαλείμματα της ανάπαυσής τους, χρόνια και χρόνια, κατάφεραν να κατακτήσουν δύσκολες επιστήμες και να αποκτήσουν ποικίλες γνώσεις. Δεν είχε θέση ανάμεσα σε κείνα τα «Χέρια» που μπορούσαν να βγάλουν λόγους και να κρατήσουν μια συζήτηση. Χιλιάδες σύντροφοί του μπορούσαν να μιλήσουν καλύτερα από κείνον σε κάθε περίσταση. Ήταν ένας καλός υφαντουργός και ένας άνθρωπος σπάνιας τιμιότητας. Τι περισσότερο ήταν και τι άλλο είχε μέσα του, αν είχε, ας το δείξει μόνος του.

Τα φώτα στα μεγάλα εργοστάσια, που έμοιαζαν με Νεραϊδένια παλάτια όταν ήταν φωταγωγημένα -έτσι έλεγαν οι επιβάτες του εξπρές- τώρα ήταν σβηστά· τα καμπανάκια χτύπησαν για να σημάνουν το τέλος της δουλειάς και σταμάτησαν ξανά. Και οι εργάτες, άντρες, γυναίκες, αγόρια και κορίτσια, γύριζαν στα σπίτια τους φλυαρώντας. Ο Γερο-Στέφεν στεκόταν στο δρόμο και είχε την παράξενη αίσθηση που του δημιουργούσε πάντα το σταμάτημα της μηχανής -την αίσθηση ότι η μηχανή δούλευε και σταματούσε μέσα στο κεφάλι του.

«Ακόμα δε βλέπω τη Ραχήλ!» είπε.

Ήταν μια βροχερή νύχτα και πολλές συντροφιές από νεαρές γυναίκες τον προσπερνούσαν με τα μαντήλια κατεβασμένα στο μέτωπό τους και δεμένα κάτω από τα πηγούνια τους, για να μη βρέχονται. Τη γνώριζε πολύ καλά τη Ραχήλ, μια ματιά ήταν αρκετή για να την ξεχωρίσει ανάμεσα στις άλλες, αλλά δεν την έβλεπε. Τελικά, αφού δεν περνούσαν άλλες πια, γύρισε να φύγει, ψιθυρίζοντας με απογοήτευση: Δε θα την πήρε το μάτι μου, φαίνεται.

Μα δεν είχε προχωρήσει τρεις δρόμους πέρα και είδε μια άλλη μορφή με μαντήλι στο κεφάλι, που προχωρούσε μπροστά, και την κοίταζε τόσο προσεχτικά, ώστε ήταν αρκετός και μόνο ο ίσκιος της που ακαθόριστα διαγραφόταν πάνω στο βρεγμένο πλακόστρωτο -κι αν ακόμα τον έβλεπε χωρίς τη μορφή της έτσι όπως μια ζωήρευε και μια χανόταν φανάρι σε φανάρι- για να καταλάβει ποια ήταν.

Τάχυνε το βήμα του και το έκανε πιο ελαφρό κι όταν τη ζύγωσε αρκετά, ξανάρχισε το κανονικό του βήμα και φώναξε:

«Ραχήλ!»

Η γυναίκα γύρισε κι έτυχε νάναι κάτω από το φως μιας λάμπας· σήκωσε λίγο το μαντήλι της και φάνηκε ένα ήρεμο οβάλ πρόσωπο, μελαχρινό και λεπτό, με δυο γλυκά μάτια που ακτινοβολούσαν και τα πλαισίωσαν μαύρα καλοχτενισμένα μαλλιά. Δεν ήταν ένα πρόσωπο πάνω στην άνθησή του. Ήταν μια γυναίκα τριανταπέντε χρονών.

«Ε, παιδί, εσύ είσαι;» Όταν πρόφερε αυτά τα λόγια μ’ ένα χαμόγελο εκφραστικό, αν και μονάχα τα μάτια της φαίνονταν, ξανάφερε το μαντήλι στη θέση του και προχώρησαν μαζί.

«Θαρρούσα πως ήσουνα πίσω μου, Ραχήλ.»

«Όχι.»

«Νωρίς απόψε, κοπέλα μου.»

«Ε, πότε νωρίτερα, πότε αργότερα, Στέφεν. Ποτέ δεν ξέρω ποια ώρα θα πάω σπίτι.»

«Μήτε ξέρεις αν θα πας από άλλο δρόμο, Ραχήλ;»

«Όχι, Στέφεν.»

Την κοίταζε με κάποια απογοήτευση, αλλά και με μια υπομονετική και γεμάτη σεβασμό πεποίθηση ότι είχε δίκιο σε ό,τι κι αν έκανε. Αυτή η έκφραση δεν πήγε χαμένη· εκείνη πέρασε ελαφρά το χέρι της στο μπράτσο του, θαρρείς για να τον ευχαριστήσει.

«Είμαστε τόσο αληθινοί φίλοι, λεβέντη μου, και τόσο παλιοί και τώρα αρχίσαμε και να γεράζουμε.»

«Όχι, Ραχήλ, εσύ είσαι πάντα νέα.»

«Θα ήταν πολύ κακό να γεράζει μονάχα ο ένας από μας, Στέφεν, και νάμαστε κι οι δυο στη ζωή», του αποκρίθηκε γελώντας. «Μα είμαστε τόσο παλιοί φίλοι, ώστε θα ήταν κρίμα και αμαρτία, να κρύβουμε ο ένας από τον άλλο μια τίμια αλήθεια. Είναι καλύτερα να μη μας βλέπουν συχνά μαζί έξω. Όταν θάρθει η ώρα, ναι! Θα ήταν στ’ αλήθεια πολύ σκληρό να μην έρθει καθόλου», είπε κεφάτα, μ’ ένα κέφι να το μεταδώσει και σε κείνον.

«Είν’ οπωσδήποτε σκληρό, Ραχήλ.»

«Προσπάθησε να μην το σκέφτεσαι. Είναι καλύτερα.»

«Καιρό το πασκίζω μα δεν τα καταφέρνω. Όμως έχεις δίκιο. Μπορεί να κουτσομπολεύουν ακόμα και σένα. Τι δεν ήσουνα για μένα, Ραχήλ, τόσα χρόνια. Μου έκανες τόσο καλό και μούδωσες θάρρος με το κέφι σου, ώστε ο λόγος σου είναι νόμος για μένα. Ναι, κοπέλα μου, ένας καλός και λαμπρός νόμος! Καλύτερος από μερικούς αληθινούς.»

«Μην τους βρίζεις, Στέφεν», του αποκρίθηκε γρήγορα και με μια ανησυχία. «Άσε τους νόμους όπως είναι.»

«Ναι», είπε, κουνώντας μια δυο φορές, αργά το κεφάλι του. «Ας τ’ αφήσουμε όλα ήσυχα. Στενοχωριόμαστε και τίποτε δεν κάνουμε.»

«Πάντα στενοχώριες;» είπε η Ραχήλ, πιάνοντας ξανά απαλά το μπράτσο του, θαρρείς για να τον βγάλει από τις σκέψεις του που τον έκαναν να δαγκώνει τις άκρες της άδετης γραβάτας του. Κείνο το άγγιγμα, είχε άμεσο αποτέλεσμα. Άφησε να πέσουν οι άκρες της γραβάτας του, γύρισε και την κοίταξε χαμογελαστός και της είπε ξεσπώντας σ’ ένα κεφάτο γέλιο: «Ναι, κοπέλα μου, Ραχήλ, αυτές οι στενοχώριες. Πάντα εκεί κολλάω. Στενοχωριέμαι και πάλι ξανά και τίποτε δε βγαίνει.»

Είχαν περπατήσει κάμποση απόσταση και ήταν τώρα κοντά στα σπίτια τους. Πρώτα θα έφτανε η γυναίκα. Το σπίτι της βρισκόταν σε ένα από τα πολλά στενά σοκάκια, που γι’ αυτά ο εργολάβος κηδειών (που έβγαζε κάμποσα από τις κηδείες των φτωχών της γειτονιάς) είχε μια μαύρη σκάλα για κείνους που είχαν σταματήσει ν’ ανεβοκατεβαίνουν τα στενά σκαλοπάτια, και μπορούσαν να γλιστρήσουν μακριά από τον κόσμο τούτο, από τα παράθυρα. Η Ραχήλ σταμάτησε στη γωνία, του άπλωσε το χέρι και του είπε καληνύχτα.

«Καληνύχτα, κοπέλα μου, καληνύχτα.»

Προχώρησε στα σκοτεινά σοκάκια με την ωραία γυναικεία της περπατησιά κι εκείνος στάθηκε και την κοίταζε μέχρι που μπήκε σε ένα από τα μικρά σπιτάκια. Δεν υπήρχε ούτε ένας ανάλαφρος κυματισμός του φτηνού μαντηλιού της, που να μην είχε ενδιαφέρον στο μάτι αυτού του άντρα, ούτε ένας τόνος της φωνής της που να μην έβρισκε απήχηση βαθιά στην καρδιά του.

Όταν δεν την έβλεπε πια, ξεκίνησε για το σπίτι του, κοιτάζοντας και καμιά φορά ψηλά τον ουρανό, όπου τα σύννεφα ταξίδευαν βιαστικά κι αγριεμένα. Μα τώρα τα σύννεφα είχαν αραιώσει, η βροχή είχε σταματήσει και το φεγγάρι έλαμπε και κοίταζε κάτω τις ψηλές τσιμινιέρες του Κοκτάουν, τα βαθιά καμίνια και έριχνε τους τιτάνιους ίσκιους των σιωπηλών μηχανών πάνω στους εσωτερικούς τοίχους. Η νύχτα φάνηκε να του ξαστερώνει το μυαλό καθώς προχωρούσε για το σπίτι του.

Το σπίτι, σ’ ένα δρόμο ίδιο με τον προηγούμενο, μόνο πιο στενό, βρισκόταν πάνω απόνα μαγαζάκι. Τώρα πώς γινόταν να υπάρχουν άνθρωποι που νόμιζαν ότι αξίζει να πουλάν ή ν’ αγοράζουν τα άθλια παιχνιδάκια που ήταν στη βιτρίνα ανακατωμένα με φτηνές εφημερίδες και χοιρινό κρέας (ένα μπούτι ήταν να βγει το άλλο βράδυ στο λόττο), αυτό δεν μας ενδιαφέρει εδώ. Πήρε ένα απομεινάρι κεριού απόνα ράφι, το άναψε απόνα άλλο απομεινάρι που έκαιγε στον πάγκο, χωρίς να ενοχλήσει τη μπακάλισσα που κοιμόταν στο καμαράκι της, κι ανέβηκε στο σπίτι του.

Ήταν ένα δωμάτιο, που είχαν περάσει πολλοί ενοικιαστές και για το λόγο αυτό, δεν του ήταν άγνωστη η μαύρη σκάλα· τώρα όμως ήταν περιποιημένο, όσο μπορεί νάναι περιποιημένο ένα τέτοιο δωμάτιο. Πάνω σ’ ένα παλιό γραφείο, σε μια γωνιά, ήταν μερικά βιβλία και διάφορα χαρτιά. Η επίπλωση απλή και αρκετή για τον χώρο, και μ’ όλο που η ατμόσφαιρα ήταν μολυσμένη, το δωμάτιο ήταν καθαρό.

Όπως πήγαινε κατά το τζάκι, για ν’ ακουμπήσει το κερί πάνω σ’ ένα τρίποδο στρογγυλό τραπέζι, σκόνταψε πάνω σε κάτι. Καθώς πισωπατούσε, κοιτάζοντας χάμω, εκείνο σηκώθηκε και πήρε τη μορφή μιας καθισμένης γυναίκας.

«Για όνομα του Θεού, γυναίκα!» φώναξε κι απομακρύνθηκε ακόμη πιο πολύ. «Γύρισες ξανά!»

Τέτοια γυναίκα! Ένα σακάτικο, μεθυσμένο πλάσμα, που μόλις κατάφερνε να κρατάει ανασηκωμένο το κορμί του, στηρίζοντας ένα βρώμικο χέρι στο πάτωμα, ενώ με το άλλο μάταια πάσκιζε να σηκώσει από τα μάτια της τα μπερδεμένα μαλλιά της, το μόνο που πετύχαινε ήταν να την τυφλώνουν πιο πολύ με τη βρωμιά τους. Ένα πλάσμα τόσο αποκρουστικό μέσα στα κουρέλια του, στη λίγδα και στις λάσπες, αλλά ακόμα πιο αποκρουστικό στον ηθικό του ξεπεσμό, τόσο που ντρεπόσουν να το βλέπεις.

Αφού ξεστόμισε μερικές βλαστήμιες και ξύστηκε άγαρμπα με το χέρι που δεν της χρειαζόταν για στήριγμα σήκωσε τα μαλλιά από τα μάτια της, όσο χρειαζόταν για να καταφέρει να τον δει. Ύστερα κάθισε τραμπαλίζοντας το κορμί της μια από δω και μια από κει, κάνοντας διάφορες χειρονομίες με το παραλυμένο της χέρι, που έμοιαζαν να συνοδεύουν έναν παροξυσμό γέλιου, αν και το πρόσωπό της ήταν ασάλευτο και νυσταλέο.

«Ε, αγόρι! Εσύ είσαι εκεί;» Ακούστηκαν κάτι βραχνοί και κοροϊδευτικοί ήχοι, που μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι υπήρχαν κι αυτά τα λόγια μέσα κει και το κεφάλι της έπεσε μπροστά, πάνω στο στήθος της.

«Ξαναγύρισα;» τσίριξε σε λίγο, θαρρείς και της το είχε πει εκείνη τη στιγμή. «Ναι! Και βέβαια ξαναγύρισα. Πίσω ξανά και ξανά και ξανά. Πίσω; Μάλιστα, πίσω ξανά. Γιατί όχι;»

Ξαναμμένη από τις οργισμένες φωνές της, ανασηκώθηκε και στάθηκε όρθια, στηρίζοντας τους ώμους της στον τοίχο· στριφογυρίζοντας στο ένα χέρι της το κορδόνι απόνα υπόλειμμα καπέλου, πάσκιζε να τον κοιτάξει περιφρονητικά.

«Θα σε πουλήσω ξανά και πάλι θα σε πουλήσω και θα σε πουλήσω χιλιάδες φορές!» του φώναζε μ’ έναν τρόπο που ήταν κάτι ανάμεσα σε παράφορη απειλή και σε προσπάθειες προκλητικού χορού. «Στρίβε απ’ αυτό το κρεβάτι!» Εκείνος καθόταν στην άκρη του κρεβατιού κι είχε το πρόσωπο κρυμμένο μέσα στα χέρια του. «Στρίβε σου λέω απ’ το κρεβάτι. Είναι δικό μου κι έχω δικαιώματα!»

Καθώς εκείνη πήγαινε τρεκλίζοντας στο κρεβάτι, την απόφυγε με φρίκη και πέρασε -πάντα με το πρόσωπο κρυμμένο- στην άλλη άκρη. Εκείνη σωριάστηκε βαριά πάνω στο κρεβάτι κι αμέσως άρχισε το ροχαλητό. Ο Στέφεν χώθηκε σε μια καρέκλα και δεν κουνήθηκε από κει όλη τη νύχτα παρά μονάχα μια φορά για να ρίξει κάτι από πάνω της· θάλεγε κανείς ότι τα χέρια του δεν έφταναν να την κρύψουν από τα μάτια του, ακόμη και μέσα στο σκοτάδι.

(Απόσπασμα από το βιβλίο: Τσαρλς Ντίκενς, «Δύσκολα χρόνια», μτφ. Γεωργία Αλεξίου, Αθήνα, εκδ. Ζαχαρόπουλος, 1993)


Ο Κάρολος Ντίκενς (1812-1870), κορυφαίος βικτωριανός πεζογράφος και ο πλέον δημοφιλής συγγραφέας του 19ου αιώνα, γεννήθηκε το 1812 στο Πόρτσμουθ. Το 1822 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε οριστικά στο Λονδίνο. Σε ηλικία δώδεκα ετών, αφότου ο πατέρας του βρέθηκε στη φυλακή λόγω χρεών, εγκατάλειψε το σχολείο και εργάστηκε σε εργοστάσιο βερνικιών. Ο Ντίκενς έμαθε μόνος του στενογραφία και το 1832 έπιασε δουλειά ως δημοσιογράφος. Το 1837 η έκδοση του χιουμοριστικού μυθιστορήματος «Τα χαρτιά του Πίκγουικ» σημείωσε τεράστια επιτυχία, καθιερώνοντάς τον στο ευρύ κοινό. Ακολούθησε μια σειρά από μυθιστορήματα, τα οποία, όπως τα «Χαρτιά του Πίκγουικ», δημοσιεύονταν σε συνέχειες στον Τύπο: «Όλιβερ Τουίστ» (1839), «Ντέιβιντ Κόπερφιλντ» (1850), «Ο ζοφερός οίκος» (1853), «Ιστορία δύο πόλεων» (1859), «Μεγάλες προσδοκίες» (1861) κ.ά. Τα περισσότερα έγιναν ενθουσιωδώς δεκτά από τους πολυάριθμους αναγνώστες του στην Αγγλία και στις ΗΠΑ. Σταδιακά, ο επεισοδιακός χαρακτήρας, η καυστική σάτιρα και ο ευτράπελος τόνος των νεανικών του έργων έδωσαν τη θέση τους σε μυθιστορήματα περισσότερο συνεκτικά και στοχαστικά, με αξιομνημόνευτους χαρακτήρες, στο επίκεντρο των οποίων βρίσκεται η οξεία κοινωνική κριτική της βικτωριανής κοινωνίας. Ο Ντίκενς, που έγραψε επίσης διηγήματα, θεατρικά έργα και ταξιδιωτικές αφηγήσεις, ενώ υπήρξε παράλληλα ακαταπόνητος επιστολογράφος, παρέμεινε ιδιαίτερα αγαπητός ως τον θάνατό του.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s