Η Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού γράφει για την παράσταση «Γελώντας άγρια» του Christopher Durang σε σκηνοθεσία Λουκίας Κατωπόδη

*Γράφει η Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού

Σταθερή στο ετήσιο θεατρικό της ραντεβού η εμπνευσμένη σκηνοθέτις Λουκία Κατωπόδη, υπεύθυνη του Θεατρικού Εργαστηρίου του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Λευκάδας -και μετά τη δραματική ανάπαυλα, όπου όλα υποτάχτηκαν στην υπεροπλία του Covid-19-, μας παρουσίασε για τρία συνεχόμενα βράδια (9-11 Ιουλίου 2021), τη νέα θεατρική της δουλειά: το έργο του Αμερικανού συγγραφέα Christopher Durang, Γελώντας άγρια (Laughing Wild). Μια δυσχερή στις σκηνοθετικές απαιτήσεις της επιλογή, καθώς τόσο το δραματουργικό περιβάλλον όσο και η υφολογία των ηρώων και της ατμόσφαιρας που ο συγγραφέας προορίζει γι’αυτούς, απαιτούν μιαν ιδιαίτερα τονισμένη και ευρηματική υλοποίηση επί σκηνής.

Ο Christopher Durang (γεν. 1949), με μια πλούσια και προσαρμοσμένη στην ένταση του αμερικανικού περιβάλλοντος- σύστοιχη με τις συγκρούσεις αυτού του περιβάλλοντος- θεατρική παραγωγή, έχει διαμορφώσει από την αρχή της συγγραφής του το ιδιόμορφα κριτικό πνεύμα, μέσα στο οποίο θα κινηθεί η θεατρική του παρέμβαση. Πολυβραβευμένος, με πολλές και σημαντικές διακρίσεις, ήταν ο πρώτος θεατρικός συγγραφέας που κέρδισε το Μετάλλιο Τεχνών του Χάρβαρντ και έγινε αποδέκτης του Βραβείου Λογοτεχνίας από την Αμερικανική Ακαδημία Γραμμάτων και Τεχνών. Mε περισσότερα από δύο δεκάδες θεατρικά έργα (ανάμεσά τους και Μια Ιστορία του Αμερικανικού Φιλμ- A History of the American Film, μια άγρια μουσική κωμωδία), συγκροτεί έναν κριτικό, επιθετικό λόγο, και διατηρεί σε όλη την έκταση της συγγραφικής του παραγωγής τα δύο βασικά συστατικά στοιχεία της σάτιρας: την ανηλεή κοινωνική κριτική και το αμείλικτο χιούμορ έως τον καγχασμό και την πρόκληση, μέσω των οποίων οδηγεί σε πλήρη αποδόμηση των θεμελίων μιας υπερβολικά κωδικοποιημένης κοινωνίας.

Σε μια διαρκώς εκρηκτική κατάσταση αναζήτησης ελευθερίας ο Christopher Durang διατρέχει όλες τις μορφές του κωμικού, συμφύροντας και υπερβαίνοντας τα είδη του, από τη σάτιρα μέχρι τη φάρσα, την ειρωνεία και την παρωδία μέχρι το (μαύρο) χιούμορ. Το γέλιο του άγριο, δριμύ, ανάλγητο, δεν συγχωρεί, δεν συμφιλιώνεται με το ασήμαντο ή το γελοίο της πραγματικότητας, που τον ωθεί σε κρεσέντο οργής και επιθετικότητας: γελοιοποιώντας κάποτε και την ίδια τη φύση και την ουσία των προβλημάτων. Διαθέτει «την ειδική ικανότητα να τυλίγει τα φρικαλέα πράγματα της ζωής με τα πρωταρχικά χρώματα της παράλογης κωμωδίας», έγραψε προσφυώς στους The New York Times o Frank Rich.

Ο Φρόυντ θεωρούσε ότι το χιούμορ προσφέρει την ευφορία του αυθόρμητου γέλιου, που ο άνθρωπος χάνει με την ενηλικίωσή του. Το χιούμορ σημαίνει όχι μόνο τον θρίαμβο του Εγώ αλλά και τον θρίαμβο της αρχής της ευχαρίστησης, η οποία μπορεί να επιβληθεί έναντι των δυσκολιών της ζωής. Είναι μία από τις «πολλές επινοήσεις της ψυχικής ζωής του ανθρώπου, στην προσπάθειά του να αποπαγιδευτεί από τον καταναγκασμό της οδύνης, που αρχίζει με τη νεύρωση και κορυφώνεται με την παράνοια».

Στο έργο του Christopher Durang Γελώντας άγρια παρακολουθούμε, μέσ’από την οιωνεί ψυχαναλυτική οπτική των μονολόγων δύο τυπικών Νεοϋορκέζων-ενός άνδρα και μιας γυναίκας-, τυχαία συναντώμενων μπροστά στα ράφια ενός σουπερμάρκετ, τη σύνθεση των βασικών θεματικών πυρήνων προβληματισμού στα έργα του: τη βία, το παράλογο, την ψυχική διαταραχή κυρίως, την αμφισβήτηση και τη γελοιοποίηση της ψυχιατρικής παρέμβασης και των επιστημονικών εκπροσώπων της, τις ανθρώπινες σχέσεις, τον θάνατο και την αυτοκτονία, τη θρησκευτική υποκρισία, τον έρωτα.

Ο Durang δεν είναι ο συγγραφέας που θέτει τα προβλήματα με το βλέμμα του κοινωνικού αναλυτή. Είναι ο αποδομητής και ο υπονομευτής της κοινωνίας που τα παράγει, αξιοποιώντας στο έπακρο, μέχρι το «σατιρικό γκροτέσκο» σχεδόν, όλους τους μηχανισμούς και τις τεχνικές του γέλιου ως κυρίαρχου μέσου ανατροπής. Ένα θυμωμένο παιχνίδι με δυο αλλότριους και αλλοτριωμένους πρωταγωνιστές είναι το «Άγριο γέλιο» του, που εκτρέπει τη δραστικότητα των εξομολογήσεών τους σε μια παράλογα τονισμένη υστερική κραυγή με τελική εκτόνωση το τρελό γέλιο. Ακριβώς σ’αυτή τη διχοτομία έγκειται και η ιδιαιτερότητα της συνολικής θεατρικής παραγωγής του Christopher Durang, ο οποίος συγκρίνεται με τον Τσέχωφ και τον Τζόναθαν Σουΐφτ: στο να επιτυγχάνει μια σύγχρονη εκδοχή της τσεχωφικής κωμωδίας, να μετατρέπει δηλαδή την ανθρώπινη τρέλα σε υστερικό παραλήρημα.

Αυτό προπάντων ήταν και το σημείο τομής όλων των δυσχερειών για τη δημιουργική φαντασία της άξιας σκηνοθέτιδος Λουκίας Κατωπόδη και την δυναμική υλοποίηση του έργου επί σκηνής. Με μια σταθμισμένη προσπάθεια μετάκλησής του στη συγχρονία τόπου και χρόνου (το έργο γράφεται στην Αμερική το 1987), η Λουκία Κατωπόδη ζωντανεύει, στα επιθυμητά του συγγραφέα όρια, τον σκηνικό προορισμό του έργου και τις φυσικές μήτρες παραστασιμότητάς του, ενώ κατορθώνει να εκβάλλει – με την επίπονη (και λόγω ειδικών συνθηκών) καθοδήγηση των ηθοποιών- τη βίαιη κινητικότητα του λόγου, του συναισθήματος και της χειρονομίας. Η ένταση και η υπερβολή της κίνησης, οι ακροβατικές αστείες κινήσεις, οι γκριμάτσες και οι παιγνιώδεις μορφασμοί, η επίταση και οι υπογραμμίσεις, η συμμέτοχη, ζωντανή επικοινωνία των ηθοποιών με το κοινό, αναδεικνύουν τις επιμέρους σκηνές σε έμψυχους pop-art πίνακες, που επιτρέπουν την εκφραστική παραγωγή συναισθηματικής ενέργειας.

Τόσο η Σπυριδούλα Ραμαντάν, στον ρόλο της Γυναίκας, όσο και ο Στέφανος Μανωλίτσης, στον ρόλο του Άντρα, έδωσαν στο έργο, αξιοποιώντας όλα τα παραπάνω, τη δυναμική και εξωστρεφή έκθεση μιας κοινωνικής δυσαρμονίας έως και νοσηρότητας, που γνωρίζει ωστόσο να κρύβει το σκοτεινό της πρόσωπο πίσω από την καταλυτική λειτουργία της γελοιοποίησής του. Και να πετυχαίνει επιλογικά, μια, όχι αναμενόμενη, σύγκλιση μεταξύ του χάους των αντιθέσεων, αραιώνοντας το σκοτάδι με ένα ημίφως αβέβαιης αισιοδοξίας. Eίναι αυτό που γράφηκε για το έργο του Christopher Durang: ότι είναι γεμάτο από ένα απίθανο μείγμα οξύτητας και στοργής και στις καλύτερες στιγμές του καταλήγει σε μια συμπονετική κριτική της ζωής.

«Σε αυτές τις βρώμικες και σκοτεινές στιγμές, χρειαζόμαστε περισσότερο Durang στη ζωή μας από ποτέ», θα πει η Αlison Preece, ηθοποιός και συγγραφέας στη Νέα Υόρκη. Ίσως όμως έχουμε σήμερα ξεπεράσει κι αυτό το στάδιο παραμυθίας του ανθρώπου απέναντι στα δεινά που η εποχή μας αναφαίνει ολοένα με νέα και επιθετικότερη ένταση, με νέες μορφές αιχμαλωσίας. Σ’αυτές τις σκοτεινές στιγμές της ιστορίας έχουμε ανάγκη λοιπόν από περισσότερο “φως”, που το θέατρο, η λογοτεχνία- η ποίηση, γενικότερα η τέχνη, θα πρέπει να ανακαλύψουν και να προσφέρουν ως αντίδοτο στη μεγαλύτερη οικολογική αποσύνθεση της ιστορίας, εκείνη του ανθρώπου και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Συγχαίρουμε θερμά τη Λουκία Κατωπόδη για τον σεβασμό με τον οποίο υπηρετεί τον πολιτισμό στη Λευκάδα. και τους ηθοποιούς που επάξια υποτάσσουν το ταλέντο τους στη χαρισματική της καθοδήγηση!


*Η Παρασκευή (Βιβή) Κοψιδά-Βρεττού είναι διδάκτωρ φιλολογίας, ποιήτρια, συγγραφέας και Πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Λευκάδας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s